Saul Newman Πόλεμος στο κράτος: Ο αναρχισμός του Στίρνερ και του Ντελέζ

Αναδημοσίευση από Rebelnet

Συχνά η επιρροή του Μαξ Στίρνερ στη σύγχρονη πολιτική θεωρία παραβλέπεται. Ωστόσο, στην πολιτική σκέψη του Στίρνερ μπορεί να βρεθεί μια εκπληκτική σύγκλιση με τη μεταδομιστική θεωρία, ιδίως όσον αφορά τη λειτουργία της εξουσίας. Ο Andrew Koch, για παράδειγμα, βλέπει τον Στίρνερ ως στοχαστή που ξεπερνά τη χεγκελιανή παράδοση, στην οποία τοποθετείται συνήθως, υποστηρίζοντας ότι το έργο του είναι ένας προάγγελος των μεταδομιστικών ιδεών για τα θεμέλια της γνώσης και της αλήθειας (Koch, 1997). Ο Koch υποστηρίζει ότι η ατομικιστική πρόκληση του Στίρνερ στις φιλοσοφικές βάσεις του κράτους πηγαίνει πέρα από τα όρια της παραδοσιακής δυτικής φιλοσοφίας, παρουσιάζοντας μια πρόκληση για την μεταφυσική της επιστημολογίας. Από το πρίσμα αυτό μεταξύ Στίρνερ και μεταδομιστικής επιστημολογίας, που τέθηκε από τον Koch, θα εξετάσω τη σύγκλιση του Στίρνερ με ένα συγκεκριμένο μεταδομιστή στοχαστή, τον Ζιλ Ντελέζ, όσον αφορά το θέμα της κρατικής και της πολιτικής εξουσίας. Υπάρχουν πολλοί σημαντικοί παραλληλισμοί μεταξύ αυτών στοχαστών, και οι δύο μπορούν να παρουσιαστούν, με διαφορετικούς τρόπους, ως αντι-κρατιστές, αντιεξουσιαστές φιλόσοφοι. Θέλω να δείξω τον τρόπο με τον οποίο η κριτική του Στίρνερ στο Κράτος προεξοφλεί τη μεταδομιστική απόρριψη από τον Ντελέζ της σκέψης του κράτους, και το πιο σημαντικό, τους τρόπους με τους οποίους ο αντι-ουσιοκρατικός, μετά-ανθρωπιστικός αναρχισμός των δύο στοχαστών υπερβαίνει και, επομένως, αντικατοπτρίζει, τα όρια του κλασικού αναρχισμού. Το κείμενο εξετάζει τoυς δεσμούς μεταξύ της ανθρώπινης ουσίας, της επιθυμίας και της εξουσίας που διαμορφώνουν τις βάσεις της κρατικής εξουσίας. Έτσι, ενώ Κοχ εστιάζει στην απόρριψη του Στίρνερ των επιστημολογικών θεμέλιων του Κράτους, η έμφαση του κειμένου είναι στη ριζοσπαστική οντολογία του Στίρνερ- το ξεσκέπασμα των λεπτών συνδέσεων μεταξύ ανθρωπισμού, επιθυμίας και εξουσίας. Θα ήθελα επίσης να υποστηρίξω ότι αυτή η κριτική της ανθρωπιστικής εξουσίας, με την οποία τόσο ο Στίρνερ όσο και ο Ντελέζ ασχολούνται μπορεί να μας παρέχουν σύγχρονες στρατηγικές για την αντίσταση στην κυριαρχία του κράτους.

Πρέπει να γίνει κατανοητό, ωστόσο, ότι ενώ υπάρχουν σημαντικές ομοιότητες μεταξύ του Στίρνερ και του Ντελέζ, υπάρχουν επίσης πολλές διαφορές, και, για πολλούς λόγους, μπορεί να μοιάζει ασυνήθιστη η προσέγγιση να φέρουμε κοντά τους δύο στοχαστές. Για παράδειγμα, ο Στίρνερ ήταν, μαζί με τον Μαρξ, ένας από τους νεαρούς Χεγκελιανούς, των οποίων το έργο αναδείχθηκε ως μία εξαιρετικά ατομιστική κριτική του γερμανικού ιδεαλισμού, ιδιαίτερα του Φόυερμπαχ και του Χέγκελ. Ο Ντελέζ, από την άλλη πλευρά, ήταν ένας φιλόσοφος του εικοστού αιώνα, ο οποίος, μαζί με τον Φουκώ και τον Ντεριντά, θεωρείται ως ένα από τους κύριους “μεταδομιστές” στοχαστές. Ενώ το έργο του Ντελέζ μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως μια επίθεση στο χεγκελιανισμό, ακολουθεί διαφορετικά και πιο ποικίλα μονοπάτια, από την πολιτική και την ψυχανάλυση, ως τη λογοτεχνία και τη θεωρία του κινηματογράφου. Ο Στίρνερ δεν θεωρείται γενικά ως “μεταδομιστής”, και, εκτός από το πρωτοποριακό άρθρο του Koch (Koch 1997) και το έργο του Ντεριντά για τον Μαρξ (Ντεριντά 1994), δεν έχει λάβει ουσιαστικά καμία προσοχή, υπό το πρίσμα της σύγχρονης θεωρίας. Ωστόσο, και αυτό είναι ίσως το πρόβλημα με ετικέτες όπως ο “μεταδομισμός”, υπάρχουν πολλά κρίσιμα επίπεδα σύγκλισης μεταξύ των δύο αυτών φιλοσόφων – ιδιαίτερα στην κριτική της πολιτικής κυριαρχίας και της εξουσίας – στα οποία μπορεί κάποιος να δώσει έμφαση, και η οποία θα μπορούσε να αμφισβητηθεί αν κάποιος κολλήσει σε αυτές τις ετικέτες. Είναι ακριβώς αυτή η απόρριψη της τυραννίας των «ετικετών», των ουσιοκρατικών ταυτοτήτων, των αφαιρέσεων και των «συμπαγών ιδεών» – αυτή η επίθεση στις εξουσιαστικές αντιλήψεις που περιορίζουν τη σκέψη – στις οποίες ο Στίρνερ και ο Ντελέζ πέτυχαν κάποιο κοινό έδαφος. Αυτό δεν σημαίνει να αγνοήσουμε τις διαφορές μεταξύ τους, αλλά αντίθετα, να δείξουμε πώς αυτές οι διαφορές συντονίζονται μαζί σε απρόβλεπτους και ενδεχόμενους τρόπους για να σχηματίσουν, με τα λόγια του Ντελέζ, “επίπεδα συνοχής” από τα οποία μπορεί να δημιουργηθούν νέες πολιτικές έννοιες.

Κριτική του Κράτους
Τόσο ο Στίρνερ όσο και ο Ντελέζ βλέπουν το Κράτος ως μια αφαίρεση που υπερβαίνει τις διαφορετικές συγκεκριμένες εκδηλώσεις του, αν και ακριβώς την ίδια στιγμή λειτουργεί μέσω αυτών. Το Κράτος είναι κάτι περισσότερο από ένα συγκεκριμένο θεσμό που υπάρχει σε ένα συγκεκριμένη ιστορική στάδιο. Το Κράτος είναι μία αφηρημένη αρχή της εξουσίας [ως δύναμης/power] και της εξουσίας [ως αρχής/authority] που έχει πάντα υπάρξει με διάφορες μορφές, κι ακόμα είναι “κάτι περισσότερο” από αυτές τις συγκεκριμένες ενεργοποιήσεις (actualisations). Η κριτική του Στίρνερ του Κράτους αποδεικνύει αυτό το κρίσιμο σημείο. Για τον Στίρνερ, το Κράτος είναι ουσιαστικά ένας θεσμός καταπίεσης. Ωστόσο, η απόρριψη του Στίρνερ του Κράτος πηγαίνει πέρα από μια κριτική των συγκεκριμένων κρατών – όπως το φιλελεύθερο κράτος ή το σοσιαλιστικό κράτος. Αντίθετα μάλλον, αποτελεί μια επίθεση στο Κράτος καθεαυτό- την ίδια την κατηγορία της κρατικής εξουσίας, όχι μόνο στις διάφορες μορφές που παίρνει. Αυτό που πρέπει να ξεπεραστεί, σύμφωνα με το Στίρνερ, είναι η ίδια η ιδέα της κρατικής εξουσίας η ίδια – η αρχή της διακυβέρνησης (ruling principle) (Στίρνερ 1993:226). O Στίρνερ ως εκ τούτου είναι σε αντίθεση με επαναστατικά προγράμματα όπως ο μαρξισμός, τα οποία έχουν ως στόχο τους την κατάκτηση, παρά την καταστροφή, της Κρατικής εξουσίας. Το Κράτος των εργαζομένων του Μαρξ θα είναι απλώς μια επαναβεβαίωση του κράτους με διαφορετική μορφή -. μια “αλλαγή των κυρίων” (Στίρνερ 1993:229) Ο Στίρνερ προτείνει στη συνέχεια ότι:

. . . ο πόλεμος δε θα μπορούσε παρά να κυρηχθεί κατά του ίδιου του θεσμού, του Κράτους, όχι ενός συγκεκριμένου κράτους, όχι σε μία οποιοδήποτε απλή κατάσταση του κράτους σε μία στιγμή· δεν υπάρχει ένα άλλο Κράτος (όπως ένα “Κράτος του λαού”), που οι άνδρες έχουν ως στόχο . . . (Στίρνερ 1993:224)

Η επαναστατική δράση έχει συλληφθεί, σύμφωνα με το Στίρνερ, από το παράδειγμα του Κράτους. Έχει παραμείνει παγιδευμένη μέσα στη διαλεκτική της εξουσίας. Οι επαναστάσεις έχουν μόνο καταφέρει να αντικαταστήσουν μια μορφή εξουσίας με μία άλλη. Αυτό συμβαίνει επειδή η επαναστατική θεωρία δεν έχει ποτέ αμφισβητήσει την ίδια τη συνθήκη, την ιδέα, της Κρατικής εξουσίας, και ως εκ τούτου παραμένει στο χέρι του: “κανένας ενδοιασμός δεν έμεινε για την εξέγερση ενάντια στο υπάρχον Κράτος ή την ανατροπή των υπάρχοντων νόμων, αλλά το να αμαρτήσει κάποιος ενάντια στην ιδέα του Κράτους, να μην υποταχθεί στην ιδέα του δικαίου, ποιος θα το τολμούσε αυτό;” (Στίρνερ 1993:87). Το Kράτος δεν μπορεί ποτέ να μεταρρυθμιστεί, διότι δε μπορεί να ποτέ να είναι έμπιστο. Ο Στίρνερ απορρίπτει την έννοια ενός δημοκρατικού Κράτους του Μπρούνο Μπάουερ, το οποίο αναπτύσσεται από τη “δύναμη του λαού” και το οποίο είναι πάντα υποταγμένο στη “Θέληση του λαού”. Για τον Στίρνερ, το Κράτος δεν μπορεί ποτέ να τεθεί υπό τον έλεγχο του λαού. Έχει πάντα τη δική του λογική, τη δική του ατζέντα την οποία πληροί ανελέητα, και που σύντομα στρέφεται ενάντια στη θέληση του λαού που επρόκειτο να εκπροσωπήσει (Στίρνερ 1993:228).

Η σύλληψη του Στίρνερ του Κράτους ως ανεξάρτητης οντότητας τον φέρνει σε σύγκρουση με το μαρξισμό, ιδίως στη θεώρηση του κράτους σε σχέση με την οικονομική εξουσία. Ο Στίρνερ ενδιαφέρεται για τις μη οικονομικές μορφές κυριαρχίας στην κοινωνία και πιστεύει ότι το Κράτος, αν είναι να γίνει πλήρως κατανοητό, πρέπει να εξεταστεί χωριστά από τις οικονομικές ρυθμίσεις. Η δύναμη της γραφειοκρατίας, για παράδειγμα, συνιστά μια μη-οικονομική μορφή καταπίεσης: η λειτουργία της οποίας δεν μπορεί να αναχθεί στις εργασίες της οικονομίας (Harrison 1983:62). Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη μαρξιστική θεωρία, η οποία γενικά ανάγει το κράτος στις εργασίες της καπιταλιστικής οικονομίας και το υποτάσσει στα συμφέροντα της αστικής τάξης. Ο Στίρνερ προτείνει ότι ενώ το Κράτος προστατεύει την ιδιωτική περιουσία και τα συμφέροντα της αστικής τάξης, βρίσκεται επίσης από πάνω και κυριαρχεί σε αυτές τις δυνάμεις (Στίρνερ 1993:115). Για τον Στίρνερ η πολιτική εξουσία που κατοχυρώνεται ευλαβικά στο Κράτος έχει υπεροχή έναντι της οικονομικής εξουσίας και των συναφών ταξικών συμφερόντων. Το Κράτος είναι η πρωταρχική πηγή κυριαρχίας στην κοινωνία.

Αυτή η μη-οικονομική ανάλυση του Κράτους – η προσπάθεια να αναλυθεί η κρατική εξουσία στη δική της ιδιαιτερότητα – μπορεί να θεωρηθεί ως επέκταση του αναρχικού επιχειρήματος. Αναρχικοί όπως ο Μιχαήλ Μπακούνιν και ο Πέτρος Κροπότκιν ισχυρίστηκαν πολύ πιο πριν από έναν αιώνα, ότι ο μαρξιστικός οικονομικός αναγωγισμός παραμέλησε τη σημασία της κρατικής εξουσίας. Το Κράτος, σύμφωνα με τους αναρχικούς, έχει τη δική του καταπιεστική λογική της αυτο-διαιώνισης και αυτό το έκανε, σε μεγάλο βαθμό, αυτόνομο από τις οικονομικές σχέσεις και τα ταξικά συμφέροντα. Ο Μπακούνιν υποστήριξε ότι ο μαρξισμός δίνει πολύ μεγάλη προσοχή στις μορφές της κρατικής εξουσίας, ενώ δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τον τον τρόπο με τον οποίο η Κρατική εξουσία λειτουργεί: “Αυτοί (οι μαρξιστές), δεν γνωρίζουν ότι ο δεσποτισμός δεν έγκειται τόσο πολύ στη τη μορφή του Κράτους, αλλά στην ίδια την αρχή του Κράτους και της πολιτικής του εξουσίας” (Μπακούνιν 1984:221). Ο Κροπότκιν, επίσης, υποστηρίζει ότι πρέπει κανείς να κοιτάξει πέρα από την παρούσα μορφή του κράτους: “Και υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι, όπως εμείς, βλέπουν στο Κράτος, όχι μόνο στην ενεργή του μορφή και σε όλες τις μορφές της κυριαρχίας που ενδέχεται να αναλάβει, αλλά στην ίδια του την ουσία, ένα εμπόδιο για την κοινωνική επανάσταση. . .” (Κροπότκιν 1943:9). Η καταπίεση και ο δεσποτισμός υπάρχουν, με άλλα λόγια, στην ίδια τη δομή και το συμβολισμό του Κράτους – δεν είναι απλώς ένα παράγωγο της ταξικής εξουσίας. Η παραμέληση αυτής της αυτονομίας και η χρησιμοποίηση του κράτους ως εργαλείου της επαναστατικής τάξης, όπως προτείνουν οι μαρξιστές, είναι επομένως επικίνδυνη. Οι αναρχικοί πιστεύουν ότι έτσι θα καταλήξουν μόνο στη διαιώνιση της κρατικής εξουσίας σε άπειρα πιο αυταρχικούς τρόπους. Έτσι, η ανάλυση του Στίρνερ του κράτους πέραν του κράτους, όπως θεσμίζεται ως a priori κυριαρχία πέρα από τα οικονομικά και ταξικά συμφέροντα, μπορεί να θεωρηθεί ως προέκταση της αναρχικής κριτικής των φιλοσοφιών του κράτους όπως ο Μαρξισμός.

Ο Ντελέζ επίσης τονίζει την εννοιολογική αυτονομία του Κράτους. Ενώ η έννοια του Kράτους στον Ντελέζ λειτουργεί σε πολλά διαφορετικά εννοιολογικά επίπεδα, παρ’ όλα αυτά μοιράζεται με τον Στίρνερ και τους αναρχικούς την ιδέα ότι το Κράτος είναι μια αφηρημένη μορφή της εξουσίας, που δεν ταυτίζεται πλήρως με τις ιδιαίτερες συγκεκριμένες πραγματώσεις της. Ο Ντελέζ αναφέρεται σε ένα “Κράτος-μορφή” – ένα αφηρημένο μοντέλο εξουσίας:

. . . ο μηχανισμός του κράτους είναι μια συγκεκριμένη συναρμογή που πραγματώνει τη μηχανή της υπερκωδικοποίησης μιας κοινωνίας. . . Αυτή η μηχανή με τη σειρά της, δεν είναι επομένως το ίδιο το κράτος, είναι η αφηρημένη μηχανή που οργανώνει τις κυρίαρχες εκφράσεις και την καθεστηκυία τάξη της κοινωνίας, τις κυρίαρχες γλώσσες και τη γνώση, τις κομφορμιστικές δράσεις και τα συναισθήματα, τους τομείς που επικρατούν έναντι των υπολοίπων. (Ντελέζ 1987:129)

Για τον Ντελέζ το Κράτος είναι μία αφηρημένη μηχανή μάλλον και όχι ένας συγκεκριμένος θεσμός, η οποία ουσιαστικά “κυβερνά” μέσω πιο λεπτών θεσμών και πρακτικών κυριαρχίας. Το Κράτος υπερκωδικοποιεί και ρυθμίζει αυτές τις ελάχιστες κυριαρχίες, σφραγίζοντας τες με τη σφραγίδα του. Αυτό που είναι σημαντικό για αυτήν την αφηρημένη μηχανή δεν είναι η μορφή υπό την οποία εμφανίζεται, αλλά μάλλον η λειτουργία της, η οποία είναι η σύσταση ενός τομέα της εσωτερικότητας στην οποία η πολιτική κυριαρχία μπορεί να ασκηθεί. Το Κράτος μπορεί να θεωρηθεί ως μια διαδικασία της σύλληψης (capture) (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:436-437).

Ομοίως με τον Στίρνερ, ο Ντελέζ έρχεται σε ρήξη με τη μαρξιστική ανάλυση του Kράτους. H λειτουργία και η προέλευση του Κράτους δεν μπορεί να εξηγηθεί πλήρως από την οικονομική ανάλυση. Το Kράτος είναι ένας μηχανισμός που κωδικοποιεί τις οικονομικές ροές και τις ροές παραγωγής, οργανώνοντας τη λειτουργία τους. Αυτός ο μηχανισμός δεν αναδύεται ως αποτέλεσμα ενός αγροτικού τρόπου παραγωγής, όπως ισχυρίστηκε ο Μαρξ, αλλά στην πραγματικότητα είναι προγενέστερος, και προϋποτίθεται από, αυτόν τον τρόπο παραγωγής. Για τον Ντελέζ και μάλιστα για τον Στίρνερ, το Κράτος δεν μπορεί να αποδοθεί στον τρόπο παραγωγής. Στρέφοντας αυτή την παραδοσιακή μαρξιστική ανάλυση στο κεφάλι της, προτείνουν ότι ο τρόπος παραγωγής μπορεί στην πραγματικότητα να προέρχεται από το Κράτος. Όπως λέει ο Ντελέζ: “Δεν είναι το κράτος που προϋποθέτει ένα τρόπο παραγωγής· ακριβώς το αντίθετο, είναι το Κράτος που κάνει την παραγωγή ένα “τρόπο” (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:429). Για τον Ντελέζ υπήρξε πάντα ένα Κράτος – τοUrstaat, ένα αιώνιο κράτος το οποίο σχηματίζεται ως πλήρη ύπαρξη, με ένα χτύπημα (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:437). Αυτή η μη-οικονομική ανάλυση του Κράτους ανοίγει ένα ριζοσπαστικό φιλοσοφικό έδαφος όπου η εξουσία θεωρείται η ίδια ως είναι.

Ενώ η σύλληψη του Στίρνερ και Ντελέζ του Kράτους ως αυτόνομου από τις οικονομικές ρυθμίσεις έρχεται σε ρήξη με το μαρξισμό, η απόρριψή των θεωριών του κοινωνικού συμβόλαιου για την προέλευση του Κράτους αποτελεί, επίσης, μια απόκλιση από τη φιλελεύθερη θεωρία. Ο Ντελέζ υποστηρίζει ότι η κυριαρχία του Κράτους βασίζεται σε φιλοσοφίες όπως η φιλελεύθερη θεωρία του κοινωνικού συμβόλαιου. Αυτή η μορφή θεώρησης του Κράτους νομιμοποιεί την κρατική εξουσία μέσα από τον ισχυρισμό ότι οι άνθρωποι παραδίδουν οικειοθελώς μέρος της ελευθερίας τους, σε μια αφηρημένη δύναμη εκτός αυτών, με αντάλλαγμα την ασφάλεια, κατασκευάζοντας έτσι το Κράτος ως απαραίτητο και αναπόφευκτο. Ο Ντελέζ αποφεύγει επίσης την εγελιανή “θεολογική” θεώρηση του Κράτους που βασίζεται στη διαλεκτική της συμφιλίωσης. Κι ο Στίρνερ απορρίπτει επίσης τις φιλελεύθερες θεωρίες του Κράτους. Ισχυρίζεται ότι ο φιλελευθερισμός είναι μια φιλοσοφία που, στο όνομα της παροχής της ελευθερίας και της αυτονομίας του ατόμου, στην πραγματικότητα υποτάσσει περαιτέρω το άτομο στο κράτος και τους νόμους του. Έτσι, αντί να απελευθερώνει το άτομο από το Κράτος, ο φιλελευθερισμός στην πραγματικότητα απελευθερώνει το άτομο από άλλους δεσμούς όπως η θρησκεία, έτσι που αυτός ή αυτή μπορεί να κυριαρχείται πιο αποτελεσματικά από το Κράτος: “Πολιτική ελευθερία σημαίνει ότι η πόλη, το Κράτος, είναι ελεύθερο. Αυτό δεν αφορά την ελευθερία μου, αλλά την ελευθερία της εξουσίας που με κυβερνά και με υποδουλώνει” (Στίρνερ 1993:107). Ο Στίρνερ επιτίθεται στην υποκρισία του φιλελευθερισμού· είναι μια φιλοσοφία που παρέχει όλα τα είδη των τυπικών ελευθεριών αλλά αρνείται την ελευθερία να αμφισβητήσει αυτή την ίδια την τάξη, τους νόμους της, κ.λ.π. (Στίρνερ 1993:108). Αυτή η αποκήρυξη των φιλελεύθερων θεωριών του Κράτους και του κοινωνικού συμβολαίου έχει πολλές ομοιότητες με τον αναρχισμό, που επίσης απορρίπτει αυτές τις φιλοσοφίες αιτιολόγησης του κράτους. Ωστόσο, όπως θα υποστηρίξω, είναι ακριβώς σε αυτή την κριτική της φιλοσοφίας του κράτους που ο Στίρνερ και ο Ντελέζ πάνε πέρα από τα εννοιολογικά όρια του παραδοσιακού αναρχισμού και αναπτύσσουν μια μετά-ανθρωπιστική, αντι-ουσιοκρατική πρόκληση του Κράτους.

Η σκέψη του Κράτους

Για τον Στίρνερ, λόγοι όπως η ηθική και η ορθολογικότητα είναι έμμονες ιδέες ήφαντάσματα. Είναι φαντάσματα, ιδεολογικές αφαιρέσεις που παρόλα αυτά έχουν πραγματικά πολιτικά αποτελέσματα – παρέχουν στο κράτος την τυπική δικαιολογία για την κυριαρχία του. Ο Κοch υποστηρίζει ότι η επίθεση του Στίρνερ στις έμμονες ιδέες αντιπροσωπεύει μία αποφασιστική ρήξη με τη μεταφυσική της δυτικής σκέψης, εκθέτοντας τη δύναμη πίσω από αυτές τις κυρίαρχες ιδέες και τις “υπερβατικές μάσκες” (Κοch 1997:101). Αυτή η δύναμη έχει αντληθεί από το άτομο και κρατιέται από πάνω του. Η κυριαρχία της ηθικής, για παράδειγμα, συνδέεται στενά με την πολιτική εξουσία, διατηρώντας τη συνεχόμενη ύπαρξη του κράτους της αστυνομίας (Στίρνερ 1993:241). Για τον Στίρνερ η ηθική δεν είναι μόνο μία μυθοπλασία που προέρχενται από το χριστιανικό ιδεαλισμό, αλλά επίσης ένας λόγος που καταπιέζει το άτομο. Βασίζεται στη βεβήλωση της ατομικής βούλησης – του Εγώ. Η Ηθική είναι απλώς το περίσσευμα του Χριστιανισμού, μόνο με μια νέα ανθρωπιστική ενδυμασία: “Η ηθική πίστη είναι εξίσου φανατική με τη θρησκευτική πίστη!” (Στίρνερ 1993:46). Η ηθική έχει γίνει η νέα θρησκεία – μια κοσμική θρησκεία – απαιτώντας την ίδια τυφλή υπακοή. Για τον Στίρνερ, το Κράτος είναι η νέα Εκκλησία – η νέα ηθική και ορθολογική αρχή που ασκείται πάνω στο άτομο (Στίρνερ 1993:23). Ομοίως η ορθολογικότητα μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως ένας λόγος που διαιωνίζει την κρατική εξουσία. Οι ορθολογικές αλήθειες πάντα κατέχονται πάνω από τις ατομικές προοπτικές και αυτός είναι ένας άλλος τρόπος υποταγής του ατομικού Εγώ σε μια αφηρημένη δύναμη πάνω από αυτόν ή αυτήν. Όπως με την ηθική, η ορθολογική αλήθεια έχει γίνει ιερή, απόλυτη, και αφαιρέθηκε από το άτομο (Στίρνερ 1993:353). Έτσι για το Στίρνερ, η ηθική και η ορθολογικότητα είναι λόγοι του Κράτους, και η λειτουργία τους, αντί να μας απελευθερώνει από την κυριαρχία, χρησιμεύει στο να προωθήσει παραπέρα την υποταγή του ατόμου στην εξουσία του Κράτους. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Στίρνερ, προκειμένου κάποιος να διεξάγει πόλεμο με το κράτος πρέπει να διεξάγει, επίσης, και πόλεμο,, στις αρχές που παρέχουν στην πολιτική εξουσία μια ηθική και ορθολογική βάση.

Ο Ντελέζ επίσης ξεσκεπάζει τις μορφές και τις δομές σκέψης που επιβεβαιώνουν την Κρατική εξουσία. Όπως και ο Στίρνερ, ο Ντελέζ θεωρεί ότι η σκέψη είναι συνένοχη στην κυριαρχία του Κράτους, παρέχοντας του ένα νόμιμο έδαφος και συναίνεση: “Μόνο η σκέψη είναι σε θέση να επινοήσει τη φαντασία του Κράτους που είναι καθολική λόγω δικαίου, η ανύψωση του Κράτους σε μία de jure οικουμενικότητα” (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:375). Η ορθολογικότητα είναι ένα παράδειγμα της σκέψης του Κράτους. Ο Ντελέζ πάει ένα βήμα παραπέρα από τον Στίρνερ: αντί να βλέπει ορισμένες μορφές σκέψης να δανείζουν απλά ορθολογική και ηθική εξουσία στο Κράτος, υποστηρίζει ότι ο ορθολογικός και ηθικός λόγος στην πραγματικότητα διαμορφώνουν μέρος της συναρμογής του Κράτους. Το Κράτος δεν είναι μόνο μια σειρά από πολιτικούς θεσμούς, και πρακτικές, αλλά περιλαμβάνει επίσης μια πολλαπλότητα κανόνων, τεχνολογιών, λόγων, πρακτικών, μορφών σκέψης, και γλωσσικών δομών. Δεν είναι μόνο ότι αυτοί οι λόγοι που παράσχουν μια δικαιολογία για το Κράτος – είναι οι ίδιοι εκδηλώσεις της κρατικής μορφής στη σκέψη. Το Κράτος είναι εμμενές στη σκέψη, δίνοντας το έδαφος, το λόγο – παρέχοντας του ένα μοντέλο που καθορίζει “το στόχο, τα μονοπάτια, τους αγωγούς, τα κανάλια, τα όργανα. . ..” (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:434). Το Κράτος έχει διεισδύσει και κωδικοποιήσει τη σκέψη, ιδίως την ορθολογική σκέψη. Εξαρτάται τόσο από τους ορθολογικούς λόγους για τη νομιμοποίηση και τη λειτουργία του, αλλά και με τη σειρά του καθιστά αυτούς τους λόγους δυνατούς. Η ορθολογική σκέψη είναι η φιλοσοφία του Κράτους: “Η κοινή λογική, η ενότητα όλων των σχολών στο κέντρο της Cogito, είναι η συναίνεση του κράτους εγειρόμενη ως απόλυτη” (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:376). Είναι μόνο με την απελευθέρωση της σκέψης από αυτό τον ηθικό και λογικό αυταρχισμό που μπορούμε να απελευθερώσουμε τους εαυτούς μας από το Κράτος (Ντελέζ 1987:23).

Για τον Ντελέζ το μοντέλο της σκέψης του Κράτους είναι ότι αποκαλεί δεντρώδης (aborescent) λογική (Ντελέζ 1987:25). Η δεντρώδης λογική είναι ένα εννοιολογικό μοντέλο ή μία “εικόνα” που προκαθορίζει τη σκέψη σε μια ορθολογιστική βάση. Βασίζεται στο σύστημα της ρίζας και του δέντρου: υπάρχει μία κεντρική μονάδα, αλήθεια ή ουσία – όπως η ορθολογικότητα – η οποία είναι η ρίζα, και η οποία καθορίζει την ανάπτυξη των “κλαδιών”. Ο Ντελέζ λέει:

. . . τα δέντρα δεν είναι μια μεταφορά, αλλά μια εικόνα της σκέψης, μια λειτουργία, ένας ολόκληρος μηχανισμός που φυτεύεται στη σκέψη για να την κάνει να πορευτεί σε μια ευθεία γραμμή και να παράγει διάσημες σωστές ιδέες. Υπάρχουν όλα τα είδη των χαρακτηριστικών στο δέντρο: υπάρχει ένα σημείο προέλευσης, ο σπόρος ή το κέντρο· είναι μια δυαδική μηχανή ή αρχή της διχοτόμησης, η οποία συνεχώς διαιρείται και αναπαράγεται σε διακλαδώσεις, τα σημεία του δεντρώματος της·” (Ντελέζ 1987:25)

Η σκέψη είναι παγιδευμένη σε δυαδικές ταυτότητες όπως μαύρο / άσπρο, αρσενικό / θηλυκό, ετερο / ομοφυλόφιλο. Η σκέψη πρέπει πάντοτε να ξεδιπλώνεται σύμφωνα με μια διαλεκτική λογική και είναι έτσι παγιδευμένα σε δυαδικές διαιρέσεις που αρνούνται τη διαφορά και την πολλαπλότητα (Ντελέζ 1987:128). Για τον Ντελέζ το μοντέλο αυτό της σκέψης είναι επίσης το μοντέλο της πολιτικής εξουσίας – ο αυταρχισμός του ενός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον αυταρχισμό της άλλης: “Η εξουσία είναι πάντα ριζωματική/δενδρώδης” (Ντελέζ 1987:25).

Έτσι, αντί αυτού του εξουσιαστικού μοντέλου της σκέψης, ο Ντελέζ προτείνει ένα ριζωματικό (rhizomatic) μοντέλο που αποφεύγει τις ουσίες, τις ενότητες και τη δυαδική λογική, και αναζητά τις πολλαπλότητες, τις πληθυντικότητες και το γίγνεσθαι (becomings). Το ρίζωμα είναι μια εναλλακτική, μη εξουσιαστική “εικόνα” της σκέψης, βασισμένη στη μεταφορά του χόρτου, το οποίο μεγαλώνει τυχαία και αδιόρατα, σε αντίθεση με την ομαλή ανάπτυξη του δεντρώδους συστήματος. Ο σκοπός του ριζώματος είναι να επιτρέψει στη σκέψη “να αποτινάξει το μοντέλο της, να κάνει το γρασίδι της να μεγαλώνει – ακόμα και σε τοπικό επίπεδο στο περιθώριο” (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:24). Το ρίζωμα, υπό την έννοια αυτή, αψηφά την ίδια την ιδέα ενός μοντέλου: είναι μια ατελείωτη, τυχαία πολλαπλότητα των συνδέσεων, η οποία δεν κυριαρχείται από ένα ενιαίο κέντρο ή τόπο, αλλά είναι αποκεντρωμένη και πληθυντική. Περιλαμβάνει τέσσερα χαρακτηριστικά: σύνδεση, ετερογένεια, πολλαπλότητα και ρήξη (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:7). Απορρίπτει τις δυαδικές διαιρέσεις και ιεραρχίες, και δεν διακυβερνάται από μια εκτυλισσόμενη, διαλεκτική λογική. Έτσι ανακρίνει τις αφαιρέσεις που κυβερνούν τη σκέψη, που αποτελούν τη βάση των διαφόρων λόγων της γνώσης και ορθολογισμού. Με άλλα λόγια, η ριζωματική σκέψη είναι η σκέψη που αψηφά την εξουσία, αρνείται να περιορίζεται από αυτήν – η ριζωματική “δεν θα αφήσει σε κανέναν, σε οποιαδήποτε δύναμη, να “θέσει” ερωτήσεις ή να “ορίσει” προβλήματα” (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:24).

Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει εδώ πως η επίθεση του Στίρνερ στις αφαιρέσεις, τις ουσίες, και τις έμμονες ιδέες, είναι ένα παράδειγμα της ριζωματικής σκέψης. Όπως και ο Ντελέζ, κι ο Στίρνερ ψάχνουν για πολλαπλότητες και ατομικές διαφορές, αντί για αφαιρέσεις και ενότητες. Οι αφαιρέσεις, όπως η αλήθεια, η λογική, η ανθρώπινη ουσία, είναι εικόνες οι οποίες, για αυτούς τους στοχαστές, αρνούνται την πληθυντικότητα και παραμορφώνουν τη διαφορά σε ομοιότητα. Ο Koch σχολιάζει την περιφρόνηση τους Στίρνερ για υπερβατικές έμμονες ιδέες. Ωστόσο, θα έλεγα ότι ο Στίρνερ εδώ εφευρίσκει μια νέα μορφή σκέψης που δίνει έμφαση στην πολλαπλότητα, την πληθυντικότητα την ατομικότητα πάνω από την καθολικότητα και την υπερβατικότητα. Αυτή η αντι-ουσιοκρατική, αντι-καθολική σκέψη προβλέπει την προσέγγιση του Ντελέζ. Επιπλέον, αυτό το αντι-ουσιοκρατικό, αντι-θεμελιωτικό (foundationalist) ύφος της σκέψης έχει ριζοσπαστικές συνέπειες για την πολιτική φιλοσοφία. Ο πολιτικός στίβος δεν μπορεί πλέον να συντάσσεται σύμφωνα με τις παλιές γραμμές μάχης του Κράτους και του αυτόνομου, λογικού υποκείμενο που αντιστέκεται. Αυτό επειδή μια επανάσταση μπορεί να σχηματίζει πολλαπλές συνδέσεις, συμπεριλαμβανομένων των συνδέσεων με την ίδια δύναμη που θεωρητικά αντιτίθεται: “Αυτές οι γραμμές δένονται η μία στην άλλη. Αυτός είναι ο λόγος που ποτέ δεν μπορεί κάποιος να θέσει ένα δυισμό ή μια διχοτόμηση, ακόμη και στην στοιχειώδη μορφή του καλού και του κακού” (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:9). Έτσι, σύμφωνα με την κριτική των ορθολογικών και ηθικών λόγων, τόσο ο Στίρνερ όσο και ο Ντελέζ θα δούν τις πολιτικές θεωρίες που βασίζονται σε μια ορθολογική κριτική του Κράτους, να είναι μορφές σκέψης που στην πραγματικότητα επιβεβαιώνουν, παρά αντιστέκονται, στην Κρατική εξουσία. Τέτοιες θεωρίες, επειδή δεν αμφισβητούν την ουσιοκρατική διάκριση μεταξύ ορθολογικότητας και ανορθολογικότητας, και επειδή βλέπουν το κράτος ως θεμελιωδώς ανορθολογικό, παραμελούν το γεγονός ότι το Κράτος έχει ήδη καταλάβει τον ίδιο τον ορθολογικό λόγο. Με άλλα λόγια, το να αμφισβητήσουμε την ορθολογική βάση του Κράτους, να πούμε ότι η Κράτική εξουσία είναι “παράλογη” ή “ανήθικη”, δεν αποτελεί απαραίτητα μια υπονόμευση του Κράτους, αλλά αντ ‘αυτού μπορεί να είναι μια επιβεβαίωση της δύναμής του. Αφήνει την κρατική εξουσία άθικτη υποβάλλοντας την επαναστατική δράση στις ορθολογικές και ηθικές διαταγές που τη διοχετεύουν σε κρατικές φόρμες. Εάν το Κράτος οφείλει να ξεπεραστεί πρέπει κανείς να εφεύρει νέες μορφές πολιτικής που δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να συλληφθούν από τη λογική: “η πολιτική είναι ενεργός πειραματισμός εφόσον δεν ξέρουμε εκ των προτέρων τον τρόπο που μία γραμμή πρόκειται να στρίψει”(Deleuze 1987:137). Θα ασχοληθώ με το ζήτημα της αντίστασης αργότερα.

Έτσι, για τον Ντελέζ και τον Στίρνερ μια φιλοσοφία όπως ο αναρχισμός, η οποία θέτει μια κριτική της εξουσίας [ως αρχής] του Κράτους, που βασίζεται σε ηθικές και ορθολογικές αρχές, θα επιβεβαιώσει την Κρατική εξουσία [ως δύναμη]. Ο παραδοσιακός αναρχισμός βλέπει το Κράτος ως βαθύτατα ανήθικο και ανορθολογικό, και κατασκευάζει μια μανιχαϊστική διχοτόμηση ανάμεσα στο Κράτος και το ουσιοκρατικά ηθικό, ορθολογικό υποκείμενο που αντιστέκεται σε αυτή την εξουσία (Μπακούνιν 1984:212). Όπως έχω υποστηρίξει, όμως, η αντι-κρατική σκέψη των Ντελέζ και Στίρνερ πηγαίνει πέρα από τις κατηγορίες του παραδοσιακού αναρχισμού ακριβώς στο σημείο αυτό. Για τους δύο αυτούς στοχαστές οι ίδιες οι ιδέες της ουσίας, του κέντρου, και των ορθολογικών και ηθικών βάσεων – οι αρχές στις οποίες βασίζεται η αναρχική κριτική της εξουσίας – είναι οι ίδιες εξουσιαστικές δομές που προσφέρονται καθεαυτές για πολιτική κυριαρχία. Με άλλα λόγια, ο Στίρνερ και ο Ντελέζ, με διαφορετικούς τρόπους, έχουν προχωρήσει πέρα από τα όρια της αναρχικής κριτικής της εξουσίας, που γυρίζει πίσω στον εαυτό της. Έχουν φέρει την κριτική της κρατικής εξουσίας σε μια αρένα στην οποία οι αναρχικοί δεν μπορούσαν να πάνε – αυτή της καθεαυτού ορθολογικής σκέψης, ερχόμενοι σε ρήξη με τις κατηγορίες του ανθρωπιστικού Διαφωτισμού που δεσμεύουν τον αναρχισμό. Σε αντίθεση με τους αναρχικούς, ο Ντελέζ και ο Στίρνερ δεν μας επιτρέπουν το προνόμιο αυτής της αυστηρής αντίθεσης μεταξύ της ανορθολογικής, ανήθικης, διαφθαρμένης εξουσίας του Κράτους, και της ορθολογικής, ηθικής ουσίας του ανθρώπινου υποκειμένου. Δεν επιτρέπουν, με άλλα λόγια, το αμόλυντο σημείο αναχώρησης της ανθρώπινης υποκειμενικότητας που βρίσκεται στο κέντρο της αναρχικής κριτικής της εξουσίας.

Το υποκείμενο της Επιθυμίας

Η κριτική του Στίρνερ και Ντελέζ του ανθρωπισμού του Διαφωτισμού που ενημερώνει τον αναρχισμό μπορεί να ειδωθεί πιο καθαρά στην αποδόμηση της έννοιας του ουσιοκρατικού υποκειμένου. Το έργο του Στίρνερ είναι η απόρριψη της ιδέας μίας ουσιοκρατικής ανθρώπινης υποκειμενικότητας, μιας ανθρώπινης ουσίας που δεν επηρεάζεται από την εξουσία. Όπως υποστήριξε ο Koch, η ρήξη του Στίρνερ με τον ανθρωπισμό του Διαφωτισμού αποτελούσε ένα νέο θεωρητικό έδαφος πέρα από τον κλασσικό αναρχισμό – ένα πεδίο που προέβλεψε τον μεταδομισμό. Η σκέψη του Στίρνερ αναπτύχθηκε ως κριτική του ανθρωπισμού του Φόυερμπαχ. Ο Λουντβιχ Φόιερμπαχ πίστευε ότι η θρησκεία αποξενώνει, διότι απαίτησε ο Άνθρωπος να παραιτηθεί από τις ιδιότητες και τις δυνάμεις του μέσω της προβολής τους σε έναν αφηρημένο σχήμα του Θεού, επομένως εκτοπίζοντας τον ουσιαστικό εαυτό του, αφήνοντας τον να αποξενωθεί και να υποτιμηθεί (Φόιερμπαχ 1957:27-28). Ο Φόιερμπαχ βλέπει τη βούληση, την καλοσύνη και την ορθολογική σκέψη, ως τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά που έχουν αφαιρεθεί από τον Άνθρωπο· τα κατηγορήματα του Θεού ήταν στην πραγματικότητα μόνο τα κατηγορήματα του Ανθρώπου ως είδος. Έτσι, ισχυριζόμενος ότι οι ιδιότητες που έχουμε αποδώσει στον Θεό ή στο Απόλυτο είναι πραγματικά οι ιδιότητες του Ανθρώπου, ο Φόιερμπαχ έχει κάνει τον Άνθρωπο μια πανίσχυρη οντότητα καθεαυτή. Ο Φόυερμπαχ ενσαρκώνει το ανθρωπιστικό έργο του Διαφωτισμού για την αποκατάσταση του Ανθρώπου στη δικαιωματική του θέση στο κέντρο του σύμπαντος – για να κάνει το “ανθρώπινο, θείο, το πεπερασμένο άπειρο.”

Ωστόσο, αυτή ακριβώς την προσπάθεια να αντικαταστήσει τον Θεό με τον Άνθρωπο καταδικάζει ο Στίρνερ. Σύμφωνα με τον Στίρνερ, ο Φόιερμπαχ, ενώ ισχυρίζεται ότι έχει ανατρέψει τη θρησκεία, απλώς αντιστρέφει τη σειρά του υποκειμένου και του κατηγορήματος, χωρίς να υπονομεύεται η ίδια η κατηγορία της θρησκευτικής αρχής (Στίρνερ 1993:58). Η αλλοτριωτική κατηγορία του Θεού διατηρείται και στερεοποιείται εδραιώνοντας την στον Άνθρωπο. Ο Άνθρωπος γίνεται, με άλλα λόγια, το υποκατάστατο της Χριστιανικής ψευδαίσθησης. Ο Φόυερμπαχ, υποστηρίζει ο Στίρνερ, είναι ο αρχιερέας μιας νέας θρησκείας – του ανθρωπισμού: “Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ θρησκεία είναι μόνο η τελευταία μεταμόρφωση της χριστιανικής θρησκείας” (Στίρνερ 1993:176). Με την παραγωγή ορισμένων χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων που είναι ουσιαστικά στον άνθρωπο, ο Φόιερμπαχ έχει αποξενώσει αυτούς στους οποίους δεν βρίσκονται αυτές οι ιδιότητες. Το άτομο βρίσκει τον εαυτό του να υποτάσσεται σε μία νέα σειρά απόλυτων – τον Άνθρωπο και την Ανθρώπινη ουσία. Για τον Στίρνερ, ο Άνθρωπος είναι εξίσου καταπιεσμένος όπως κι ο Θεός: “ο Φόιερμπαχ πιστεύει, ότι αν εξανθρωπίσει το θείο, θα έχει βρει την αλήθεια. Όχι, αν ο Θεός μας έχει δώσει τον πόνο, ο “Άνθρωπος” είναι σε θέση να μας τσιμπήσει ακόμα πιο βασανιστικά” (Στίρνερ 1993:174). Ακριβώς όπως ο Θεός ήταν μια δύναμη που καταπίεζε το ατομικό εγώ, τώρα είναι η ανθρώπινη ουσία, και “ο φόβος του Ανθρώπου είναι απλώς μια τροποποιημένη μορφή του φόβου του Θεού” (Στίρνερ 1993:185). Για τον Στίρνερ η ανθρώπινη ουσία είναι η νέα νόρμα που καταδικάζει τη διαφορά. Ο ανθρωπισμός, είναι ένας λόγος της κυριαρχίας – έχει δημιουργήσει, σύμφωνα με τα λόγια του Στίρνερ, “μια νέα φεουδαρχία, υπό την επικυριαρχία του “Άνθρωπου” (Στίρνερ 1993:341). Ο Άνθρωπος και η ανθρωπότητα κατασκευάστηκαν στον ανθρωπιστικό λόγο ως βασικές νόρμες με τις οποίες τα άτομα πρέπει να συμμορφώνονται, και σύμφωνα με τις οποίες η διαφορά περιθωριοποιείται:

Όρισα τι είναι ο “Άνθρωπος” και αυτό που ενεργεί “πραγματικά με ανθρώπινο” τρόπο, και εγώ απαιτώ από τον καθένα ότι αυτός ο νόμος θα γίνει κανόνας και ιδανικό για να τον ίδιο·διαφορετικά θα εκτεθεί ο ίδιος ως “αμαρτωλός και εγκληματίας”. (Στίρνερ 1993:204)

O Στίρνερ χάραξε μια νέα λειτουργία της εξουσίας που ξέφυγε από τις κλασικές φιλοσοφίες του Διαφωτισμού όπως ο αναρχισμός. Περιγράφει μια διαδικασία υποκειμενοποίησης, στην οποία η εξουσία λειτουργεί, όχι με την καταστολή του Ανθρώπου, αλλά με την κατασκευή του ως πολιτικού υποκειμένου και τη διακυβέρνηση μέσω αυτής. Ο Άνθρωπος συνίσταται ως τόπος της εξουσίας, μία πολιτική ενότητα μέσω της οποίας το κράτος κυριαρχεί στο άτομο (Στίρνερ 1993:180). Το Κράτος απαιτεί ότι το άτομο συμορφώνεται με μια συγκεκριμένη ουσιοκρατική ταυτότητα ώστε μπορεί να γίνει μέρος της κοινωνίας του Κράτους, ως εκ τούτου, κυριαρχούμενης: “Έτσι το Κράτος προδίδει την έχθρα του για μένα, απαιτώντας να είμαι Άνθρωπος. . . επιβάλλει το να είμαι Άνθρωπος πάνω μου σαν καθήκον”(Στίρνερ 1993:179). Ο Στίρνερ έχει έρθει σε ρήξη με την παραδοσιακή ανθρωπιστική οντολογία που έβλεπε το ατομικό εγώ και την ανθρώπινη ουσία ως ξεχωριστές και σε αντίθεση οντότητες. Η ανθρωπότητα δεν είναι μια υπερβατική ουσία που δημιουργείται από φυσικούς νόμους που η εξουσία έρχεται να καταπιέσει, όπως πίστευαν οι αναρχικοί. Μάλλον πρόκειται για ένα κατασκεύασμα της εξουσίας ή, τουλάχιστον, μία κατασκευή λόγου που μπορεί να γίνει για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της εξουσίας.

Είναι αυτή η υπονόμευση της οντολογίας του ανθρωπισμού του Διαφωτισμού που επιτρέπει στους μετα-δομιστές όπως ο Ντελέζ να δούν την πολιτική με έναν εντελώς νέο τρόπο. Όπως και ο Στίρνερ, ο Ντελέζ βλέπει το ανθρώπινο υποκείμενο να είναι ένα αποτέλεσμα της εξουσίας και όχι μία ουσιαστική και αυτόνομη ταυτότητα. Η υποκειμενικότητα είναι κατασκευασμένη με τέτοιο τρόπο που η επιθυμία της γίνεται η επιθυμία για το κράτος. Σύμφωνα με τον Ντελέζ, το Κράτος, όπου κάποτε λειτουργούσε μέσω ενός ογκώδους κατασταλτικού μηχανισμού, τώρα δεν το χρειάζεται πλέον – λειτουργεί μέσω της αυτο-κυριαρχίας του υποκειμένου. Το υποκείμενο γίνεται ο δικός του νομοθέτης:

. . . όσο περισσότερο υπακούς στις δηλώσεις της κυρίαρχης πραγματικότητας, τόσο περισσότερο θα διατάσσεις ως ομιλών υποκείμενο μέσα στη διανοητική πραγματικότητα, γιατί τελικά “μόνο υπακούς τον εαυτό σου. . . Μια νέα μορφή δουλείας έχει εφευρεθεί, να είναι κάποιος δούλος για τον εαυτό του. . . (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:162)

Για τον Ντελέζ η επιθυμία διοχετεύεται προς το κράτος μέσω της πρόθυμης υποταγής μας στην Οιδιπόδεια εκπροσώπηση. Ο Οιδίποδας είναι η άμυνα του Κράτους ενάντια στην ανεμπόδιστη επιθυμία (Ντελέζ 1987:88). Στην πραγματικότητα, ο Ντελέζ θεωρεί την ψυχανάλυση ως τη νέα εκκλησία, το νέο βωμό πάνω στον οποίο εμείς οι ίδιοι θυσιάζουμε τον εαυτό μας, όχι πλέον στον Θεό, αλλά στον Οιδίποδα. Οι ψυχαναλυτές είναι “οι τελευταίοι ιερείς” (Ντελέζ 1987:81). Έτσι, ενώ για το Στίρνερ η θρησκεία του κράτους είναι ο ανθρωπισμός και ο ανθρωπιστής Άνθρωπος, για τον Ντελέζ η θρησκεία του κράτους είναι ο Οιδίποδας. Η Οιδιπόδεια εκπροσώπηση δεν καταστέλλει την επιθυμία ως τέτοια, αλλά μάλλον την κατασκευάζει με τέτοιο τρόπο ώστε να πιστεύει ότι πρέπει να καταστέλλεται, να βασίζεται στην αρνητικότητα, την ενοχή και την απουσία (Ντελέζ και Γκουαταρί 1977:116). Έτσι η οιδιπόδεια καταστολή είναι απλώς η μάσκα για την πραγματική κυριαρχία της επιθυμίας. Η Επιθυμία “καταπιέζεται” με αυτόν τον τρόπο, επειδή αδέσμευτη αποτελεί απειλή για το Κράτος – είναι ουσιαστικά επαναστατική: “. . . δεν υπάρχει, μια επιθυμητική μηχανή ικανή να συναρμολογηθεί χωρίς να κατεδαφίσει ολόκληρους κοινωνικούς τομείς” (Ντελέζ και Γκουαταρί 1977:116). Ο Ντελέζ υποστηρίζει ότι ο Οιδίποδας εξατομικεύει αυτή την επιθυμία αποκόπτοντας την από από τις πιθανές συνδέσεις και φυλακίζοντας την, μέσα στο ατομικό υποκείμενο. Με τον ίδιο τρόπο ο Στίρνερ θεωρεί ότι το ουσιοκρατικό ανθρώπινο υποκείμενο φυλακίζει το εγώ, προσπαθώντας να συλλάβει τις πολλαπλότητες και τα τις ροές σε μία απλή έννοια.

Το ζήτημα της επιθυμίας διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πολιτική σκέψη τόσο του Ντελέζ όσο και του Στίρνερ, και θα έλεγα ότι είναι αδύνατο να κατανοήσουμε τη ριζοσπαστική προσέγγιση τους στην πολιτική χωρίς να ληφθεί υπόψη αυτή η έννοια. Για τους στοχαστές αυτούς εμείς οι ίδιοι μπορούμε να επιθυμούμε τη δική μας κυριαρχία, όπως ακριβώς μπορούμε να επιθυμούμε την ελευθερία μας . Ο Ντελέζ λέει:

Στην ερώτηση “Πώς η επιθυμία μπορεί να επιθυμεί την δική της καταπίεση, πώς μπορεί να επιθυμεί τη δουλεία της;” απαντάμε ότι οι εξουσίες που συντρίβουν την επιθυμία, ή που την υποτάσσουν, οι ίδιες αποτελούν ήδη μέρος των συναρμογών της επιθυμίας:. . . (Ντελέζ
1987:133)

Παρόμοια για τον Στίρνερ, η επιθυμία δεν καταπιέζεται ή απορρίπτεται – μάλλον διοχετεύεται προς το Κράτος: “Το ίδιο το κράτος προσπαθεί να δαμάσει τον Άνθρωπο που επιθυμεί· με άλλα λόγια, αποσκοπεί στο να κατευθύνει την επιθυμία του αυτή στο κράτος μόνο, και να περιέχει αυτή την επιθυμία με ότι αυτό προσφέρει” (Στίρνερ 1993:312). Έτσι, η επιθυμία για τον Στίρνερ συνίσταται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται επιθυμία για το Κράτος. Με αυτόν τον τρόπο η κυριαρχία του Κράτους γίνεται δυνατή μέσω της συνενοχής μας – με τηνεπιθυμία μας για την εξουσία (Στίρνερ 1993:312). Όπως και ο Ντελέζ, ο Στίρνερ δεν ενδιαφέρεται τόσο πολύ για την ίδια την εξουσία, αλλά για τους λόγους που επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να κυριαρχούνται από την εξουσία. Θέλει να μελετήσει τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να συμμετέχουμε στη δική μας καταπίεση, και να δείξει ότι η εξουσία δεν αφορά μόνο οικονομικά ή πολιτικά ζητήματα – είναι, επίσης, ριζωμένη, σε ψυχολογικές ανάγκες. Έχει ενσωματώσει την ίδια, τη μορφή των αφηρημένων ιδεών, όπως το Κράτος, την ανθρώπινη ουσία και την ηθική, βαθιά μέσα στη συνείδηση μας. Η κυριαρχία του Κράτους, ο Στίρνερ υποστηρίζει, εξαρτάται από την προθυμία μας να το αφήσουμε να μας κυριαρχήσει:

Το Κράτος δεν είναι νοητό χωρίς την αρχοντιά και την υποτέλεια (υποταγή)· Για το Κράτος θα πρέπει να θέλει να είναι άρχοντας όλων όσων αγκαλιάζει, και αυτή η θέληση καλείται η “θέληση του Κράτους”. “Αυτός που, για να κρατήσει το δικό του, πρέπει να υπολογίζει στην απουσία βούλησης σε άλλους είναι ένα πράγμα που πραγματοποιείται από αυτούς τους άλλους, όπως ο κύριος είναι ένα πράγμα που φτιάχνεται από τους υπηρέτες του. Εάν η υποτακτικότητα σταματούσε, θα τελείωναν όλα με την εξοχότητα. (Στίρνερ 1993:195-6)

Ο Στίρνερ υποστηρίζει ότι το ίδιο το Κράτος είναι ουσιαστικά μια αφαίρεση: υπάρχει μόνο επειδή επιτρέπουμε να υπάρχει και γιατί εγκαταλείπουμε σε αυτό την εξουσία μας, με τον ίδιο τρόπο που εμείς δημιουργούμε το Θεό εγκαταλείποντας την εξουσία μας στη διάθεση του, και την τοποθετούμε έξω από τον εαυτό μας. Αυτό που είναι πιο σημαντικό από τον φορέα του Κράτους είναι η «Κυβερνώσα αρχή” – είναι η ιδέα του Κράτους που μας καταπιέζει (Στίρνερ 1993:226). Η εξουσία του Κράτους βασίζεται πραγματικά πάνω στη δύναμη μας. Θα είναι το Κράτος κυρίαρχο αν κάποιος αρνηθεί να υπακούσει, αν αρνηθεί να παραδώσει την εξουσία του σε αυτό; Δεν είναι αναμφισβήτητο ότι κάθε είδους κυβέρνησης εξαρτάται από την προθυμία μας να την αφήσουμε να μας κυβερνήσει; Η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να στηριχτεί αποκλειστικά στον καταναγκασμό. Χρειάζεται τη βοήθειά μας, τη βούλησή μας να υπακούσουμε. Είναι μόνο και μόνο για το λόγο ότι το άτομο δεν έχει αναγνωρίσει αυτή τη δύναμη, επειδή ταπεινώνεται το ίδιο μπροστά στο ιερό,μπροστά στην εξουσία, που το κράτος εξακολουθεί να υπάρχει (Στίρνερ 1993:284).

Έτσι, τόσο για το Στίρνερ όσο και τον Ντελέζ το κράτος θα πρέπει να ξεπεραστεί ως ιδέα πριν μπορέσουμε να το υπερβούμε στην πραγματικότητα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να διασφαλιστεί ότι ένα νέο Κράτος δεν θα ξεφυτρώσει στη θέση του παλιού. Αυτό ήταν και το βασικό μέλημα του αναρχισμού. Ωστόσο, σύμφωνα με αυτό το επιχείρημα, ο κλασικός αναρχισμός αποτυχαίνει να θεωρήσει επαρκώς το πρόβλημα της εξουσίας, της υποκειμενικότητας και της επιθυμίας. Δεδομένου όπως ο Στίρνερ και ο Ντελέζ έχουν δείξει, ότι όχι μόνο η Κρατική εξουσία συνδέεται με τους ηθικούς και τους ορθολογικούς λόγους, αλλά επίσης, συνδέεται κατά κύριο λόγο με την ιδέα του αυτόνομου ανθρωπιστικού υποκειμένου – τον ακρογωνιαίο λίθο της αναρχικής σκέψης. Αυτό που οι κλασικοί αναρχικοί δεν προβλέψαν ήταν η λεπτή συνενοχή μεταξύ του επιθυμητικού υποκείμενου και της εξουσία που τον/την καταπιέζει. Αυτό είναι το φάντασμα που στοιχειώνει την επαναστατική θεωρία. Έτσι, ο Στίρνερ κι ο Ντελέζ υπερβαίνουν την προβληματική του κλασικού αναρχισμού από την αποκάλυψη των δεσμών μεταξύ της ανθρώπινης ουσίας και της εξουσίας, και από την αναγνώριση των αυταρχικών δυνατοτήτων της επιθυμίας. Είναι σαφές λοιπόν ότι η αντίσταση κατά της κρατικής εξουσίας, πρέπει να εργαστεί σε διαφορετικές γραμμές από εκείνες που προβλέπονται από τους κλασικούς αναρχικούς.

Αντίσταση

Έτσι, τόσο για τον Στίρνερ όσο και για τον Ντελέζ, η κυριαρχία του Κράτους λειτουργεί, όχι μόνο μέσω των κοινωνικών θεωριών του συμβολαίου, την ηθική και τους ορθολογικούς λόγους, αλλά πιο ουσιαστικά μέσω της ίδιας της ανθρωπιστικής επιθυμίας. Το ερώτημα πρέπει να είνα είναι πώς, αν είμαστε τόσο περίπλοκα συνδεδεμένοι με το Κράτος, θα αντισταθούμε στην κυριαρχία του; Για τον Στίρνερ και τον Ντελέζ, η αντίσταση στο κράτος πρέπει να λαμβάνει χώρα στο επίπεδο των σκέψεων, των ιδεών μας και πιο ριζικά των επιθυμιών μας. Πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε πέρα από το παράδειγμα του Κράτους. Η επαναστατική δράση στο παρελθόν απέτυχε επειδή παρέμεινε παγιδευμένη μέσα σε αυτό το παράδειγμα. Ακόμα και επαναστατικές φιλοσοφίες όπως ο αναρχισμός, που έχουν ως στόχος τους, την καταστροφή της κρατικής εξουσίας, έχουν παραμείνει παγιδευμένη μέσα σε ουσιοκρατικές έννοιες και δομές και μανιχαϊστικές δομές που, όπως ο Στίρνερ και ο Ντελέζ έχουν δείξει, συχνά καταλήγουν να επιβεβαιώνουν την εξουσία [ως αρχή]. Ίσως η ίδια η ιδέα της επανάστασης πρέπει να εγκαταλειφθεί. Ίσως η πολιτική πρέπει να είναι μία διαφυγή από τις ουσιοκρατικές δομές και τις ταυτότητες. Ο Στίρνερ υποστηρίζει, για παράδειγμα, ότι η αντίσταση κατά του Κράτους θα πρέπει να πάρει τη μορφή, όχι της επανάστασης, αλλά της “εξέγερσης”:

Η επανάσταση και η εξέγερση δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως συνώνυμες. Η πρώτη συνίσταται σε μία ανατροπή των συνθηκών, της καθεστηκυίας κατάστασης ή του στάτους,του Κράτος ή της κοινωνίας, και είναι κατά συνέπεια μια πολιτική ή κοινωνική πράξη· η εξέγερση έχει πράγματι για απόφευκτη συνέπεια της το μετασχηματισμό των συνθηκών, ακόμα κι αν δεν ξεκινά από αυτό, αλλά από τη δυσαρέσκεια των ανθρώπων με τον εαυτό τους, δεν είναι μια ένοπλη έγερση, αλλά μία έγερση ατόμων, ένας ξεσηκωμός χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διευθετήσεις που πηγάζουν από αυτήν. Η Επανάσταση στοχεύει σε νέες διευθετήσεις· η εξέγερση μας οδηγεί πλέον στο να μην επιτρέψουμε άλλο στους εαυτούς μας να διευθετούνται, αλλά να διευθετήσουμε τους εαυτούς μας, και δεν θέτει καμιά λαμπερή ελπίδα στους “θεσμούς”. Δεν είναι ένας αγώνας ενάντια στο καθεστηκυίο, δεδομένου ότι, αν ευημερεί (η εξέγερση), το καθεστηκυίο καταρρέει από μόνο του· είναι μόνο ένα έργο εμπρός μου έξω από το καθεστώς. (Στίρνερ 1993:316)

Η εξέγερση, μπορεί να υποστηριχθεί, αρχίζει με την άρνηση του ατόμου της επιβαλόμενης ταυτότητας, το “εγώ”, μέσω του οποίου λειτουργεί η εξουσία: ξεκινά “από τη δυσαρέσκεια των ανθρώπων με τους εαυτούς τους” Επιπλέον ο Στίρνερ λέει ότι η εξέγερση δεν έχει ως στόχο την ανατροπή των πολιτικών θεσμών. Απευθύνεται στην ατομική ανατροπή της δικής μου ταυτότητας – το αποτέλεσμα της οποίας είναι, ωστόσο, μια αλλαγή στις πολιτικές διευθετήσεις. Η εξέγερση κατά συνέπεια, δεν είναι για να γίνει κάποιος, ό,τι “είναι”, σύμφωνα με τον ανθρωπισμό – να γίνεις ανθρώπινος, να γίνει Άνθρωπος – αλλά για να γίνει αυτό που δεν είναι. Η έννοια του Στίρνερ της εξέγερσης περιλαμβάνει μία διαδικασία γίγνεσθαι – πρόκειται για τη διαρκή ανακάλυψη του εαυτού. Ο εαυτός δεν είναι μία ουσία, ένα ορισμένο σύνολο χαρακτηριστικών, αλλά μάλλον ένα κενό, ένα “δημιουργικό τίποτα “, και είναι πάνω στο άτομο να δημιουργήσει κάτι από αυτό και να μην περιορίζεται από τις ουσίες (Στίρνερ 1993:150).

Ο Ντελέζ, όπως έχουμε δει επίσης απορρίπτει την ενότητα και την ουσιοκρατία του υποκειμένου, θεωρώντας ότι αυτό είναι μια δομή που περιορίζει την επιθυμία. Επίσης βλέπει το γίγνεσθαι – να γίνει άλλος από Άνθρωπος, άλλος από το ανθρώπινο – ως μια μορφή αντίστασης. Προτείνει μία έννοια της υποκειμενικότητας που εστιάζει στην πολλαπλότητα, την πληθυντικότητα και τη διαφορά πέρα από την ενότητα, και τη ροή πέρα από τη σταθερότητα και την ουσιοκρατία της ταυτότητας. Η ενότητα του υποκειμένου αναλύεται σε μια σειρά ροών, συνδέσεων, και των συναρμογών ετερογενών μερών (Bogue 1989:94). Κανείς δεν μπορεί να σκέφτεται ακόμη και το σώμα ενοποιημένο: αποτελούμαστε από διάφορα μέρη που μπορούν να λειτουργούν εντελώς ανεξάρτητα. Αυτό που είναι σημαντικό δεν είναι το υποκείμενο ή τα διάφορα συστατικά του καθεαυτά, αλλά μάλλον ό,τι συμβαίνει μεταξύ των στοιχείων: των συνδέσεων, των ροών, κλπ (Bogue 1989:91).

Έτσι, για τον Ντελέζ και τον Στίρνερ, η αντίσταση κατά του Κράτους πρέπει να περιλαμβάνει μια απόρριψη των ενιαίων και ουσιοκρατικών ταυτοτήτων – τις ταυτότητες που δεσμεύουν την επιθυμία, τη γλώσσα και τη σκέψη στο κράτος. Η ρήξη τους από την ενότητα στην πολλαπλότητα, τη διαφορά και το γίγνεσθαι μπορεί να θεωρηθεί ως μια άσκηση στην αντιεξουσιαστική, αντι-κρατική σκέψη. Μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια να κινηθούμε πέρα από τις υπάρχουσες πολιτικές κατηγορίες και να εφεύρουμε νέες – να επεκτείνουμε το πεδίο της πολιτικής πέρα από τα παροντικά όριά του μέσω της αποκάλυψης των συνδέσεων, που μπορεί να σχηματιστούν ανάμεσα στην αντίσταση και την εξουσία στις οποία αντιστάθηκαν. Όπως λέει ο Ντελέζ: “Μπορείτε να κάνετε μια ρήξη, να σχεδιάσετε μια γραμμή φυγής, αλλά ακόμα εξακολουθεί να υπάρχει ο κίνδυνος ότι θα επαναστρωματώστε (restratify) τα πάντα, σχηματισμούς που θα επαναφέρουν την εξουσία σε ένα σημαίνον. . .” (Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:9).

Ίσως ένας τρόπος να σκεφτούμε πέρα από αυτή τη δυαδική, ουσιοκρατική λογική είναι μέσω της έννοιας του πολέμου. Οι Στίρνερ και Ντελέζ, με διαφορετικούς τρόπους, θεωρητικοποιούν μη-ουσιοκρατικές μορφές αντίστασης εναντίον του Κράτους όσον αφορά τον πόλεμο. Ο Στίρνερ καλεί για ένα πόλεμο σε κάθε αρχή και θεσμό του Κράτους. Επιπλέον, βλέπει την κοινωνία όσον αφορά έναν πόλεμο των εγώ, ένα είδος πολέμου του Hobbes “όλοι εναντίον όλων” στον οποίο δεν υπάρχει καμία έκκληση προς κάθε έννοια συλλογικότητας ή ενότητας (Clark 1976:93). Για αυτό έχει συχνά κατηγορηθεί ότι υποστηρίζει ένα εγωιστικό και ακραίο ατομικισμό στον οποίο “θα μπορούσε να είναι σωστό” και το άτομο έχει το δικαίωμα σε όλα όσα έχει τη δύναμη να πετύχει. Ωστόσο, θα έλεγα ότι ο Στίρνερ δεν μιλάει εδώ για ένα πραγματικό πόλεμο, αλλά μάλλον μια μάχη στο επίπεδο των αναπαραστάσεων που δημιουργούν ριζοσπαστικά θεωρητικά ανοίγματα και στις οποίες όλες οι ουσιοκρατικές ενότητες και συλλογικότητες ριγνύονται. Ο πόλεμος για τον Στίρνερ δεν είναι ένα Κράτος της φύσης ή ένα ουσιοκρατικό χαρακτηριστικό. Μάλλον είναι ένας τρόπος σκέψης που υπονομεύει την ουσία.

Είναι στο ίδιο πνεύμα που ο Ντελέζ μιλά για τη “μηχανή πολέμου” ως σχήμα της αντίστασης ενάντια στο Κράτος. Η μηχανή πολέμου αποτελεί κάτι έξω από το Κράτος. Ενώ το Κράτος χαρακτηρίζεται από εσωτερικότητα, η μηχανή πολέμου χαρακτηρίζεται από μία απόλυτηεξωτερικότητα. Ενώ το Κράτος είναι, όπως είδαμε, ένα κωδικοποιημένο εννοιολογικό επίπεδο που περιορίζεται εντός των δυαδικών δομών σκέψης, η μηχανή πολέμου είναι καθαρά νομαδική κίνηση, μη-γραμμωτή και ακωδικοποίητη. Είναι ένας χώρος που χαρακτηρίζεται από πλυθηντικότητες, πολλαπλότητες, και διαφορά, η οποία ξεφεύγει από την κωδικοποίηση του Κράτους αποφεύγοντας τις δυαδικές δομές (Deleuze 1987:141). Η μηχανή πολέμου είναι το Έξω του Κράτους – ό,τι διαφεύγει τη σύλληψη από το κράτος: “όπως ακριβώς Χομπς είδε ξεκάθαρα ότι το Κράτος ήταν κατά του πολέμου, οπότε ο πόλεμος είναι ενάντια στο Κράτος και το καθιστά αδύνατο”(Ντελέζ και Γκουαταρί 1988:359). Είναι η εννοιολογική απουσία της ουσίας και της κεντρικής εξουσίας [ως αρχής]. Πάλι θα έλεγα ότι στον Ντελέζ, όπως και στην περίπτωση του Στίρνερ, δεν μιλάμε για πραγματικό πόλεμο, αλλά μάλλον για ένα θεωρητικό έδαφος που χαρακτηρίζεται από ενοιολογική ανοιχτότητα στην πληθυντικότητα και την διαφορά, η οποία αποφεύγει τις σταθερές ταυτότητες, τις ουσίες και τις εννοιολογικές ενότητες που αποτελούν μέρος της συναρμογής του Κράτους. Η ιδέα του πολέμου ως μια ριζική εξάρθρωση και ένα συστατικό κενό μπορεί να αναπτυχθεί με τον τρόπο αυτό, ως εργαλείο της αντίστασης ενάντια στην Κρατική εξουσία [ως δύναμη] και την αρχή του.

Όπως είδαμε, η αντίσταση είναι μια επικίνδυνη επιχείρηση: μπορεί πάντα να αποικίζεται από τη εξουσία στην οποία αντιτίθεται. Δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως η ανατροπή της Κρατικής εξουσίας από ένα ουσιοκρατικό επαναστατικό υποκείμενο. Η αντίσταση μπορεί τώρα να ειδωθεί από την άποψη του πολέμου: ως ένα πεδίο πολλαπλών αγώνων, στρατηγικών, τοπικών τακτικών, προσωρινών αποτυχιών και προδοσιών – ένας συνεχής ανταγωνισμός χωρίς την υπόσχεση της τελικής νίκης. Όπως λέει ο Ντελέζ: “. . . ο κόσμος και τα Κράτη του δεν είναι πλέον οι Κύριοι των επιπέδων τους από όσο οι επαναστάτες καταδικάστηκαν σε παραμόρφωση των δικών τους. Όλα παίζονται σε αβέβαια παιχνίδια. . . »(Ντελέζ 1987:147).

Πώς αυτή η έννοια της αντίστασης ως πόλεμος, ως ένα αβέβαιο παιχνίδι που παίζεται μεταξύ συλλογικοτήτων ατόμων, και εξουσίας [ως αρχής] διαφέρει από την αναρχική ιδέα της επανάστασης; Για τους κλασικούς αναρχικούς η επανάσταση ήταν μια μεγάλη, διαλεκτική ανατροπή της κοινωνίας, στην οποία οι δομές της εξουσίας και της αρχής θα πρέπει να ανατραπεί ώστε και το τελευταίο εμπόδιο για την πλήρη υλοποίηση της υποκειμενικής ανθρωπότητας να αφαιρεθεί. Για τον Ντελέζ και τον Στίρνερ, από την άλλη πλευρά, η αντίσταση δεν έχει ένα συμπέρασμα ή τέλος, υπό αυτή την έννοια. Η αντίσταση θεωρείται ως μια συνεχής αντιπαράθεση ένας διαρκής πόλεμος φθοράς κατά την οποία οι γραμμές της αντιπαράθεσης ποτέ δεν σημειώνονται εκ των προτέρων, αλλά είναι μάλλον συνεχώς επαναδιαπραγματεύσιμες και προς διεκδίκηση (fought over). H αντίσταση ενάντια στο Κράτος είναι ένα αβέβαιο παιχνίδι, ακριβώς επειδή η Κρατική εξουσία δεν μπορεί πλέον να περιορισθεί σε ένα μόνο θεσμό, αλλά μάλλον είναι κάτι που διαπερνά τον κοινωνικό ιστό, που αποτελείται, όπως είδαμε, από τις επιθυμίες, ουσίες και ορθολογικές αρχές. Η ίδια η έννοια του ηθικού και του ορθολογικού ανθρώπινου υποκειμένου το οποίο ανταγωνίζεται ενάντια στην εξουσία του Κράτους στο αναρχικό λόγο, έχει κατασκευαστεί, ή τουλάχιστον έχει διεισδύσει σε αυτό η εξουσία που υποτίθεται ότι αντιτίθεται. Έτσι, η αντίσταση είναι ένα αβέβαιο παιχνίδι που παίζεται από άτομα και ομάδες που συμπλέκονται σε αγώνες από μέρα σε μέρα με τις πολλαπλές μορφές κυριαρχίας.

Συμπέρασμα

Η Αντι-κρατική σκέψη του Στίρνερ και του Ντελέζ μπορεί να μας επιτρέψει να αντιληφθούμε και να αναπτύξουμε μορφές αντίστασης που αποφεύγουν την παγίδα του κράτους που έχει για εμάς – πώς από την απόλυτη προσήλωση μας στις ορθολογικές δομές σκέψης, και τους ουσιοκρατικούς τρόπους της επιθυμίας, καταλήγουμε να επιβεβαιώνουμε, παρά να υπερβαίνουμε την κυριαρχία. Κάποιος πρέπει να είναι σε θέση να σκεφτεί πέρα από το ερώτημα του ποιος θεσμός, ποια μορφή κυριαρχίας, είναι να αντικαταστήσει αυτή που έχουμε ανατρέψει. Η Αντι-κρατική σκέψη του Ντελέζ και του Στίρνερ μπορεί να μας δώσει ίσως και το εννοιολογικό οπλοστάσιο για την απελευθέρωση της πολιτικής από τον εκβιασμό αυτού του αιώνιου ερωτήματος. Εδώ θα ήθελα, επίσης, να υποστηρίξω ότι παρόλο που η ανάλυση του Στίρνερ και του Ντελέζ της κρατικής εξουσίας διαφέρει με πολλούς τρόπους από τον παραδοσιακό αναρχισμό, είναι ακριβώς σε αυτό το σημείο που είναι πιο κοντά στον αναρχισμό. Και οι δύο μοιράζονται με τον αναρχισμό μια αμείλικτη κριτική όλων των μορφών εξουσίας, και ιδιαίτερα την απόρριψη της ιδέας ότι ορισμένες μορφές εξουσίας μπορεί να είναι απελευθερωτικές. Η διαφορά είναι ότι ο Στίρνερ και ο Ντελέζ εκθέτουν τόπους δυνητικής κυριαρχίας σε χώρους όπου ο κλασικός αναρχισμός δεν κοίταξε – στους ηθικούς και ορθολογικούς λόγους, τις ανθρώπινες ουσίες και την επιθυμία. Με άλλα λόγια, έχουν επεκτείνει απλώς την κριτική της δύναμης και της εξουσίας που ξεκίνησε με τον κλασσικό αναρχισμό. Υπό αυτή την έννοια η κριτική του Ντελέζ και του Στίρνερ του Κράτους μπορεί να θεωρηθεί ως μια μορφή του αναρχισμού. Αλλά είναι ένας αναρχισμός χωρίς τις ουσίες και τις εγγυήσεις της ηθικής και της ορθολογικής εξουσίας [ως αρχής]. Ίσως με αυτόν τον τρόπο η αντι-κρατική φιλοσοφία των Ντελέζ και Στίρνερ μπορεί να θεωρηθεί ως ένας μετα-αναρχισμός – μια σειρά από εννοιολογικές στρατηγικές οι οποίες μπορούν μόνο να προωθήσουν τον αναρχισμό, καθιστώντας τον πιο σχετικό με τους σύγχρονους αγώνες κατά της αρχής.

Έχω υποστηρίξει, επομένως, ότι υπάρχει μια εκπληκτική και ανεξερεύνητη σύγκλιση μεταξύ των Στίρνερ και Ντελέζ για το ζήτημα του Κράτους. Επιπλέον, η εξερεύνηση αυτής της σύγκλισης μπορεί να μας επιτρέψει να θεωρητικοποιήσουμε μία μη-ουσιοκρατική πολιτική αντίστασης στην κυριαρχία του Κράτους. Και οι δύο στοχαστές βλέπουν το Κράτος ως μια αφηρημένη αρχή της εξουσίας και της κυριαρχίας η οποία δεν μπορεί να αναχθεί σε συγκεκριμένες μορφές της. Αναπτύσσουν μια θεωρία του Κράτους που πάει πέρα τον μαρξισμό βλέποντας το Κράτος ως αυτόνομο από οικονομικές διευθετήσεις, και πέρα από τον αναρχισμό που βλέπει το Κράτος να λειτουργεί μέσω των ίδιων των ηθικών και ορθολογικών λόγων που χρησιμοποιήθηκαν για να το καταδικάσει. Με αυτόν τον τρόπο έρχονται σε ρήξη με το παράδειγμα του ανθρωπιστικού Διαφωτισμού, αποκαλύπτουν τους δεσμούς μεταξύ της εξουσίας και της ανθρώπινης ουσίας και δείχνουν ότι η επιθυμία μερικές φορές επιθυμεί τη δική της καταστολή. Στη συνέχεια, μπορεί να θεωρηθεί ότι, οι Στίρνερ και Ντελέζ καταλαμβάνουν μια παρόμοια αντιεξουσιαστική φιλοσοφική και πολιτική τροχιά – που κηρύττει τον εννοιολογικό πόλεμο στο Κράτος, των οποίων οι σημαντικές θεωρητικές επιπτώσεις για τον αναρχισμό, πρέπει να υπολογίζονται μαζί.

Αναφορές

Bakunin, Mikhail 1984. Political Philosophy: scientific anarchism. (ed.) G.P Maximoff. London: Free Press of Glencoe.

Bogue, Ronald 1989. Deleuze & Guattari. London: Roultedge.

Clark, John 1976. Max Stirner’s Egoism. London: Freedom Press.

Deleuze, Gilles & Felix Guattari 1977. Anti-Oedipus: Capitalism & Schizophrenia. New York: Viking Press.

Deleuze, Gilles 1987. Dialogues. (trans.) Hugh Tomlinson. New York: Columbia University Press.

Deleuze, Gilles and Felix Guattari 1988. A Thousand Plateaus: Capitalism & Schizophrenia. (trans.) Brian Massumi. London: Althone Press.

Derrida, Jacques 1994. Spectres of Marx: The State of Debt, the Work of Mourning & the New International. (trans.) Peggy Kamuf, New York: Routledge.

Feuerbach, Ludwig 1957. The Essence of Christianity, (trans.) George Eliot. New York: Harper

Harrison, Frank 1983. The Modern State: An Anarchist Analysis. Montreal: Black Rose Books.

Koch, Andrew 1997. Max Stirner: The Last Hegelian or the First Poststructuralist. Anarchist Studies 5:95–107.

Kropotkin, Peter 1943. The State: Its Historic Role. London: Freedom Press.

Stirner, Max 1993. The Ego and Its Own. (trans.) Steven Byington. London: Rebel Press.

Προτεινόμενη ανάγνωση

Για μια καλή συμπληρωματική εισαγωγή στην πολιτική σκέψη του Ντελέζ, θα ήθελα επίσης, να προτείνω τα ακόλουθα:

Goodchild, Philip 1996. Deleuze and Guattari: an introduction to the politics of desire. London: SAGE Publications.

Massumi, Brian 1992. A User’s Guide to Capitalism and Schizophrenia: deviations from Deleuze and Guattari. Cambridge, Mass: MIT Press.

Patton, Paul 1984. ‘Conceptual Politics and the War-Machine in Mille Plateaux’, Substance. 44/45, 61–80.

Perez, Rolando 1990. On An(archy) and Schizoanalysis. Autonomedia: USA.

Schrift, Alan 1992. ‘Between Church and State: Nietzsche, Deleuze and the Genealogy of Psychoanalysis’, International Studies in Philosophy, 24(2), 41–52.

Θα πρότεινα επίσης τον προβληματισμό του Ντελέζ πάνω στον Φουκώ στην έννοια της εξουσίας και της αντίστασης.

Deleuze, Gilles 1988. Foucault. (trans.) Se’n Hand. Minneapolis: University of Minnesota Press.

Για μία καλή εισαγωγή στην πολιτική σκέψη του Στίρνερ θα πρότεινα:

Carroll, John 1974. Break-Out from the Crystal Palace. The anarcho-psychological critique: Stirner, Nietzsche, Dostoyevsky. London: Routledge & Kegan Paul.

Ferguson, Kathy. E 1982. ‘Saint Max Revisited: A Reconsideration of Max

Stirner’, Idealistic Studies. 12(3), 276–292.

Μία διερεύνηση των δεσμών ανάμεσα στον αναρχισμό και τον μεταδομισμό μπορεί να βρεθεί στο:

May, Todd 1994. The Political Philosophy of Poststructuralist Anarchism. University Park, Pa.: Pennsylvania State University Press.

May, Todd 1989. ‘Is poststructuralist political theory anarchist?’ Philosophy & Social Criticism. 15(2), 167–181.

Για μία εισαγωγή στη μετανεωτερική πολιτική θα πρότεινα:

Ross, Andrew (ed.) 1988. Universal Abandon: The Politics of Post-Modernism. Minneapolis: University of Minnesota Press.

Για μια ενδιαφέρουσα ματιά στο σύγχρονο αναρχισμό θα πρότεινα:

Clark, John 1984. The Anarchist Moment: Reflections on Culture, Nature & Power. Black Rose Books: Montreal.

Ehrlich, Howard J. (ed.) 1996. Reinventing Anarchy, Again. San Francisco, CA:

AK Press.

Αφορμαλιστική εξεγερσιακή οργάνωση

αναδημοσίευση: https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1458011
Αφορμαλιστική εξεγερσιακή οργάνωση
από αναρχικοί 23:00, Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013
ορισμένες σύντομες παρατηρήσεις πάνω στο κείμενο – κάλεσμα για μια αναρχική πολιτική οργάνωση

Ορισμένες σύντομες αλλά ουσιαστικές παρατηρήσεις πάνω στο κείμενο καλέσματος για μια αναρχική πολιτική οργάνωση, που υπογράφουν: «Κύκλος της φωτιάς», αναρχική συλλογικότητα «καθ΄οδόν», Στέκι Αντίπνοια, Αναρχικοί για την κοινωνική απελευθέρωση.

Αφού διαβάσαμε το συγκεκριμένο κείμενο και θεωρώντας ότι έχουμε κατανοήσει επαρκώς το γενικό πλαίσιο και τις συντεταγμένες που οι σύντροφοι που υπογράφουν αυτή την πρωτοβουλία σκοπεύουν να κινηθούν, έχουμε να παρατηρήσουμε σε πρώτη φάση τα εξής :

1. Οι σύντροφοι παραβιάζουν ανοιχτές πόρτες με την έννοια ότι αυτή τη στιγμή, τουλάχιστο και κατά την δική μας εκτίμηση, η συντριπτική πλειοψηφία των αναρχικών ατομικοτήτων και συλλογικοτήτων στην Ελλάδα θα συνυπέγραφαν σχεδόν στο σύνολό τους τις διαπιστώσεις και τους προβληματισμούς τους που εκθέτουν σε γενικές γραμμές σχετικά με το λεγόμενο οργανωτικό ζήτημα του αναρχικού χώρου ή κινήματος.

2. Κατά τη ταπεινή μας άποψη και αν λάβουμε λοιπόν σαν δεδομένο ότι οι διαπιστώσεις τους και οι επιδιώξεις τους είναι αυτή τη στιγμή σχεδόν ταυτόσημες αναμεταξύ μας, το βασικό ζήτημα είναι να περάσουμε πρακτικά σε ένα επόμενο βήμα «πέρα των διαπιστώσεων».

3. Εδώ ακριβώς έγκειται και η συγκεκριμένη δυσκολία του οργανωτικού ζητήματος, το οποίο ανεξάρτητα των εκτιμήσεων του καθενός μας σχετικά με το κατά πόσο μας ευνοούν ή όχι σήμερα οι αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες και ταυτόχρονα αποδεχτούμε έστω και τον παραδοσιακό τρόπο αντίληψης των αναρχικών περί οργάνωσης δηλαδή: «οργανώνεσαι στο σήμερα με βάση το ιδεατό σου», θα έπρεπε μάλλον, κατά τη γνώμη μας, να αποδεχτούμε ταυτόχρονα ότι, ο μοναδικός τρόπος για να καλυφθεί αυτή ακριβώς η απόσταση, δηλαδή, από τις σημερινές συνθήκες στην κοινωνική επανάσταση, δεν μπορεί να είναι άλλος και διαφορετικός, παρά μεθοδολογικός.

4. Αν συμφωνούμε όλοι μας, ή έστω όσοι συμφωνούν, με την παραπάνω διαπίστωση, θα πρέπει επίσης να συμφωνήσουν, σε αυτή την περίπτωση, ότι ο αναρχισμός ή η αναρχία στο σύνολό της σαν δυναμικό κοινωνικό κίνημα στις σημερινές συνθήκες, διαθέτει πλέον ελάχιστη αξία σαν ιδεολογία, με την έννοια της παρελθούσας ιστορίας της μέσα στα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα της εκμεταλλευόμενης τάξης, των επιτευγμάτων της και των παθημάτων της, των σωστών και των λαθών της. Όλα αυτά φυσικά θα πρέπει να τα έχουμε υπόψη μας για να αντλούμε τα κατάλληλα πολιτικά συμπεράσματα. Όμως, στις ραγδαία εξελισσόμενες κοινωνικές συνθήκες σήμερα, πιστεύουμε ότι κυρίως η αναρχική μέθοδος έχει και θα μπορούσε να έχει ακόμη μεγαλύτερη ουσιαστική και πρακτική αξία ακριβώς σαν μεθοδολογία, σαν μεθοδολογική οργανωτική πρόταση, όχι μονάχα για τους αναρχικούς, πράγμα αυταπόδεικτο τουλάχιστο θεωρητικά, αλλά επίσης και για το ευρύτερο κίνημα των εκμεταλλευόμενων, μέσα στους κοινωνικούς αγώνες που διεξάγονται και θα διεξαχθούν. Όλοι μας ανεξαιρέτως πιστεύουμε ότι συμφωνούμε επίσης στην διαπίστωση ότι, χωρίς την ενεργή συμμετοχή της πλειοψηφίας των εκμεταλλευόμενων καθίσταται θεωρητικά και πρακτικά αδύνατη η κοινωνική επανάσταση. Τίθεται άρα επίσης επιτακτικά στην περίπτωση αυτή, το πρόβλημα της οργάνωσης της επόμενης εξέγερσης. Το τελικό συμπέρασμα, κατά την άποψή μας, είναι ότι επιλέγουμε να οργανωθούμε σήμερα με βάση το ιδεατό μας, χρησιμοποιώντας σαν γέφυρα κάλυψης της απόστασης αυτής την αναρχική μέθοδο. Η αναρχική μεθοδολογική οργανωτική πρόταση που την παλεύουμε πρακτικά μέσα στο ευρύτερο κίνημα της εκμεταλλευόμενης τάξης, κατά τη διάρκεια των κοινωνικών αγώνων. Μονάχα αυτή η μέθοδος μπορεί, κατά τη γνώμη μας, να μας εγγυηθεί την σύζευξη μεταξύ μέσων που οργανωτικά χρησιμοποιούμε σήμερα και του απώτερου σκοπού που στρατηγικά επιδιώκουμε.

5. Αν κατανοούμε και άρα συμφωνούμε με το παραπάνω συμπέρασμα περί μεθόδου, το οποίο είναι κατά τη άποψή μας κεφαλαιώδους σημασίας ως προς την έκβαση της πορείας προς τον στρατηγικό μας στόχο, τη κοινωνική επανάσταση, τότε, σε αυτή τη περίπτωση, οποιαδήποτε συζήτηση και προβληματισμός περί του οργανωτικού ζητήματος διαθέτει μια ασφαλή πυξίδα ώστε να μην αποπροσανατολιστεί και παρεκτραπεί, φτάνοντας σε ένα ασφαλές λιμάνι προορισμού. Δεν θα υποπέσουμε στο πειρασμό και ενδεχομένως στο σφάλμα να αναφερθούμε εδώ στις οργανωτικές μορφές που το αναρχικό κίνημα υιοθέτησε διεθνώς και εγχώρια κατά τη μακρόχρονη πορεία του στους ταξικούς αγώνες. Αυτές οι μελέτες και οι αναφορές σίγουρα έχουν υλοποιηθεί σε ένα βαθμό και στο εσωτερικό του εγχώριου αναρχικού κινήματος και όσοι σύντροφοι διακατέχονται από την αγωνία του προβληματισμού σχετικά με το ζήτημα αυτό, όπως εμείς, σίγουρα έχουν βγάλει τα δικά τους συμπεράσματα επαρκή ή λιγότερο επαρκή, δεν έχει μεγάλη σημασία αυτή τη στιγμή. Το μοναδικό πράγμα που έχει σημασία σε σχέση με το ζητούμενο τώρα, δηλαδή τις προτεινόμενες οργανωτικές μορφές σε άμεση συνάρτηση με τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο, όπως προείπαμε, είναι αν αυτές οι τελευταίες είναι ή τείνουν να είναι συγκεντρωτικού χαρακτήρα, ακόμη και δημοκρατικού, πράγμα τουλάχιστο θεωρητικά δύσκολο αν όχι αδύνατο, εφόσον προέρχονται από αναρχικό φορέα.

6. Προς έκπληξή μας-αν και το φαινόμενο έχει ιστορικά καταγραφεί ευρέως στην πορεία του αναρχικού κινήματος-διαπιστώνουμε ότι η συνολική τοποθέτηση των συντρόφων και φορέων της συγκεκριμένης οργανωτικής πρότασης, πέραν των κοινών μας διαπιστώσεων που παραβιάζουν ανοικτές πόρτες για λόγους που ήδη αναφέραμε, είναι εξόφθαλμα συγκεντρωτικού χαρακτήρα. Δεν χρειάζεται όμως να επιμείνουμε ιδιαίτερα πάνω σ΄αυτό το σημείο, διότι ο κάθε σύντροφος ή συλλογικότητα συντρόφων είναι πιστεύουμε ικανοί να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα και πολύ περισσότερο, αν πρόκειται για κάτι καινούριο, ή απλά, για την επιστροφή του παλιού σε μια ομολογουμένως κρίσιμη χρονική στιγμή. Το πρόβλημα κάθε μορφής οργανωτικού συγκεντρωτισμού, ακόμη και αναρχικού, ο οποίος στο όνομα μιας προφασιζόμενης αποτελεσματικότητας που από την πλευρά μας δυστυχώς αδυνατούμε να κατανοήσουμε, δεν είναι μονάχα ότι από μεθοδολογικής αναρχικής άποψης είναι απαράδεκτος και επικίνδυνος για αυτό το λόγο και απορριπτέος, αλλά επίσης ότι πίσω από τη μορφή κάθε οργανωτικού συγκεντρωτισμού εδράζει ένα ακόμη φοβερότερο πρόβλημα, αυτό της ποσοτικής ψευδαίσθησης: (Αν γίνουμε πολλοί και δυνατοί μέσα σε μια καλά δομημένη αναρχική οργάνωση τόσο περισσότερο αυξάνουμε τις πιθανότητες να νικήσουμε). Ο οργανωτικός συγκεντρωτισμός οδηγεί αναπόφευκτα με την πάροδο του χρόνου και στην περίπτωση της μεγέθυνσης της δομής, σε μια φαινομενική αποτελεσματικότητα της οργάνωσης, αλλά στην ουσία σε ένα ενισχυόμενο φορμαλισμό και σκληρωτισμό του συνόλου των διαδικασιών και δραστηριοτήτων της, σε μια μορφή άτυπης εξουσίας των ειδικών που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι αναρχικοί. Αν και βρισκόμαστε στο εσωτερικό μιάς αναρχικής οργάνωσης εντούτοις υπάρχει η αίσθηση ότι οι λειτουργίες της είναι παρόμοιες με αυτές ενός κομματικού μηχανισμού.

7. Αντίθετα, η πρακτική εφαρμογή της αναρχικής μεθόδου στο εσωτερικό της ειδικής ή αν προτιμάτε πολιτικής αναρχικής οργάνωσης είναι πλήρως αποκεντρωτική, δηλαδή αφορμαλιστική, θα έπρεπε δηλαδή να εγγυάται την αποφυγή οποιουδήποτε φορμαλισμού και γραφειοκρατικής οργανωτικής σκλήρυνσης στην λειτουργία της οργάνωσης, όχι για το λόγο ότι οι αναρχικοί είναι καλύτεροι από τους άλλους επειδή κατέχουν κάποιου είδους «ιδεολογικής καθαρότητας», αλλά για τον απλούστατο λόγο ότι θεωρητικά και πρακτικά θα ήταν οι μόνοι ικανοί να εφαρμόσουν παραδειγματικά την αναρχική μέθοδο. Αυτή η τελευταία αντιπαρατίθεται σαφώς στην πολιτική μέθοδο(συγκεντρωτική) είτε στο εσωτερικό της αναρχικής ειδικής οργάνωσης είτε κατ΄επέκταση στο εσωτερικό των μαζικών οργανώσεων κατά τη διάρκεια των κοινωνικών αγώνων. Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μας, το βασικό κοινωνικό όπλο και πλεονέκτημα που οι αναρχικοί εξακολουθούν να διαθέτουν σήμερα, απέναντι στους πολιτικούς εξουσιαστές, διότι μονάχα η εφαρμογή της αναρχικής μεθόδου μέσα στους κοινωνικούς ταξικούς αγώνες είναι δυνατόν να παραμερίσει καταστρέφοντας κάθε πολιτική ουτοπία, διανοίγοντας ταυτόχρονα τις πύλες της κοινωνικής επανάστασης, όντας η μοναδική που οργανωτικά μπορεί να επιτύχει τη σύζευξη μεταξύ χρησιμοποιούμενων μέσων και απώτερου στρατηγικού στόχου.

8. Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ σχετικά με την, σε γενικές γραμμές, περιγραφή της εξέλιξης της διαμάχης περί του οργανωτικού ζητήματος στο εσωτερικό του αναρχικού κινήματος στη Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, δεν σημαίνουν σε καμιά περίπτωση, κατά την άποψή μας, ότι ούτε εξαντλούν το κεφαλαιώδους σημασίας αυτό ζήτημα αλλά ούτε και πολύ λιγότερο ότι, κατά τη διάρκεια της διαπάλης αυτής τα τελευταία 30 χρόνια , τα θεωρητικά και πρακτικά αυτά προβλήματα, πέραν της απλής καταγραφής τους, έχουν εμπεδωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στο εσωτερικό του αναρχικού κινήματος, ή του χώρου, ή ότι άλλο προτιμάτε. Οι λόγοι είναι πολυδιάστατοι και δεν είναι δυνατό να αναφερθούμε τώρα σε αυτούς. Εντελώς συμβολικά όμως, και για τη διευκόλυνση της συζήτησης, θα αναφερθούμε σε δύο κομβικά, κατά την άποψή μας, χρονικά και ιστορικά σημεία της εξέλιξης αυτής της διαμάχης στη Ελλάδα. Τόσο για να θυμούνται οι παλαιότεροι όσο και για να μαθαίνουν οι νεώτεροι. Όσον αφορά από τη μια το συγκεντρωτικό οργανωτικό μοντέλο της αναρχικής οργάνωσης σύνθεσης, κομβικό σημείο υπήρξε, αλλά την εποχή του απορρίφθηκε από την πλειοψηφία του αναρχικού χώρου, η πρόταση σύστασης της Ένωσης αναρχικών, το 1987. Όσον αφορά από την άλλη, το αποκεντρωτικό οργανωτικό μοντέλο της αφορμαλιστικής αναρχικής οργάνωσης, κομβικό χρονικό σημείο υπήρξε, και την εποχή του απορρίφθηκε επίσης-τουλάχιστο από την πλειοψηφία των οργανωμένων συνιστωσών του κινήματος-, το 2000. Θα πρέπει επίσης να προστεθεί ότι η τελευταία αυτή πρόταση, σε περίπτωση που γίνονταν αποδεκτή, είχε και μια διεθνή διάσταση.

9. Τα παραπάνω τα επισημαίνουμε με στόχο να διευκρινίσουμε επίσης ότι και κατά την άποψή μας –που συμβαίνει να συμπλέει ως προς το οργανωτικό ζήτημα με την δεύτερη πρόταση-δεν αντιστοιχεί σε καμμιά απολύτως περίπτωση με την αλήθεια ότι το εγχώριο αναρχικό κίνημα, παρότι διαθέτει αναμφισβήτητα-λόγω ιστορικών καταβολών και συγκυριών-μια ως επί το πλείστον αφορμαλιστική δομή στο εσωτερικό του, αλλά επίσης και σε σχέση με τη δράση και τη διασύνδεσή του με το ευρύτερο ταξικό κίνημα των εκμεταλλευόμενων, εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν σημαίνει σε καμμιά απολύτως περίπτωση, επαναλαμβάνουμε, ότι το κίνημα στο σύνολό του έχει επίσης εμπεδώσει επαρκώς και τις ίδιες τις οργανωτικές και μεθοδολογικές προϋποθέσεις του αναρχικού αφορμαλισμού. Αυτό το πράγμα συμβαίνει για τον απλούστατο λόγο ότι αυτές οι διεργασίες, ενώ προτάθηκαν δημοσίως στο εσωτερικό του, δεν βρήκαν όπως προείπαμε καμμιά, τουλάχιστο μεθοδολογική, συνέχεια από το 2000 και εφεξής όσον αφορά πάντοτε το σύνολο του κινήματος.

10. Βάσει λοιπόν των όσων εκθέσαμε μέχρι στιγμής όσο συνοπτικότερα ήταν δυνατό να γίνει από πλευράς μας, θεωρούμε ότι αποτελεί τουλάχιστον πολιτική αφέλεια, για να μην πούμε για την ώρα τίποτε περισσότερο, η διατύπωση-από πλευράς των φορέων της πρότασης για την «αναρχική πολιτική οργάνωση»-της με οποιοδήποτε τρόπο πολιτικής ταύτισης του αναρχικού εξεγερσιακού αφορμαλισμού, σαν συγκεκριμένης θεωρητικο-πρακτικής τάσης στο εσωτερικό του διεθνούς αναρχικού κινήματος σήμερα, με έννοιες και πρακτικές νοοτροπίες όπως αυτές του «αυθορμητισμού», της «ασυνέπειας» της «έλλειψης δέσμευσης», της «ευκαιριακότητας», της «συνειδητής ή μη αποχής από τις συλλογικές διαδικασίες», «της έλλειψης πολιτικών κριτηρίων», «της ανικανότητας να θέσει με κοινωνικούς όρους το ζήτημα της επανάστασης», του «περιορισμού στα όρια της απλής διαμαρτυρίας και καταγγελίας» της σε τελική ανάλυση «αδυνατότητας χάραξης μακροπρόθεσμων στρατηγικών δόμησης και οργάνωσης του αγώνα». Αν όλες οι παραπάνω συγκεκριμένες διατυπώσεις που χρεώνονται συλλήβδην και μαζικά στο αναρχικό εξεγερσιακό αφορμαλιστικό μοντέλο δεν αποτελούσαν στο σύνολό τους, τίποτε περισσότερο από δείγμα πολιτικής ελαφρότητας, αφέλειας και αρκετής δόσης άγνοιας, από πλευράς των φορέων τους, τότε, τα πράγματα θα ήταν πραγματικά τραγικά, όχι φυσικά για το αναρχικό εξεγερσιακό αφορμαλιστικό μοντέλο που αναρωτιόμαστε αν τελικά υπάρχουν έστω και ελάχιστοι σύντροφοι στην Ελλάδα που το λαμβάνουν υπόψη τους, αλλά αντίθετα, τα πράγματα θα ήταν τραγικά για το σύνολο του αναρχικού κινήματος στην Ελλάδα, για τον απλούστατο λόγο ότι αυτό το τελευταίο δεν θα είχε κατορθώσει να επιτύχει απολύτως τίποτα , μέχρι σήμερα, αν είχε διαπράξει το σφάλμα-σύμφωνα πάντα με τις εκτιμήσεις των φορέων του κειμένου για μια «αναρχική πολιτική οργάνωση»-να πάρει στα σοβαρά υπόψη του το προαναφερόμενο μοντέλο.

11. Τέλος, επειδή θεωρούμε και εμείς από την πλευρά μας ότι σεβόμαστε και εκτιμούμε τόσο την ιστορία όσο και την παράδοση του αναρχικού κινήματος, θα υπενθυμίσουμε με τη σειρά μας το παλιό αναρχικό πολιτικό συμπέρασμα-πάνω στη βάση των φιλοσοφικών αναλύσεων και διαισθήσεων του Μαξ Στίρνερ- ότι, η αντίθεση μεταξύ ατομισμού και κομμουνισμού αποτελεί μια φαινομενική αντιπαράθεση που οδηγεί σ΄ένα ψευδές πρόβλημα: αυτό της αντίθεσης μεταξύ ατόμου και συλλογικότητας, η οποία στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Και αυτό φυσικά το θεμελιώδες πολιτικό συμπέρασμα ισχύει μόνο μέσα από μια αναρχική μεθοδολογική προσέγγιση των κοινωνικών πραγμάτων και όχι ίσως μέσα από μια φιλελεύθερη αναλυτική προσέγγιση, η οποία πολύ λογικά αναπαράγει την σχιζοφρένεια μέσα στην οποία βρίσκεται σήμερα είτε το άτομο είτε η κοινότητα, αποστερημένα αμφότερα από την ταυτότητά τους, εξαιτίας της θεσμικής δράσης που εξασκούν πάνω τους το κράτος και το κεφάλαιο. Η αγάπη μας αυτή για την αναρχική παράδοση μας οδηγεί σε ένα επιπλέον συμπέρασμα όσον αφορά την εν προκειμένω συζήτηση περί του οργανωτικού ζητήματος. Δεν είναι δυνατό πάνω σε μια σοβαρή προοπτική συζήτησης σχετικά με την οργάνωση σήμερα, να μην θεωρηθεί σε ισότιμη βάση η συμμετοχή σ΄αυτή την διαδικασία είτε των ομάδων είτε των ατόμων. Οποιαδήποτε παρέκκλιση από την αρχή της ισοτιμίας δεν αποτελεί παρά μια νέα προκρούστια κλίνη, αναρχική μεν, προκρούστια δε. Τη στιγμή που το κόμμα του Μαρξισμού αν δεν έχει οριστικά πεθάνει, αργοπεθαίνει, είναι αδιανόητο οι αναρχικοί να επιχειρούν να το ξαναβάλουν από το παράθυρο.

Αναρχικοί και Αναρχικές για την αφορμαλιστική εξεγερσιακή οργάνωση.

Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

συζήτηση πάνω σε αυτό το αρθρο
1458253
το κείμενο – κάλεσμα για μια αναρχική πολιτική οργάνωση
από βρίσκεται 21:54, Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013
εδώ

μια πρώτη απόπειρα εισαγωγής στους λόγους που γέννησαν την επιθυμία ύπαρξης αυτού του site

αναδημοσίευση, αρχικά, κάποιων ενδιαφέροντων κειμένων

 

Κατάληψη με θέα

3,2 εκατομμύρια γάλλοι και γαλλίδες δεν έχουν πρόσβαση σε κατοικία με αξιοπρεπείς όρους διαβίωσης σύμφωνα με την γαλλική στατιστική υπηρεσία. Τα 12 τελευταία χρόνια οι τιμές τον ακινήτων και των ενοικίων έχουν διπλασιαστεί. Οι εξώσεις έχουν αυξηθεί κατά 132% τα τελευταία δέκα χρόνια. Την ίδια στιγμή 2 εκατομμύρια σπίτια μένουν άδεια, εκ των οποίων οι 40.000 εντοπίζονται στο Παρίσι.

Το ζήτημα της στέγασης είναι ένα από τα πιο σημαντικά κοινωνικά προβλήματα στην Γαλλία, που καμιά κυβέρνηση δεν θέλει να αγγίξει.
Η μαύρη Πέμπτη (jeudi noir) είναι μια ομάδα που εδώ και χρόνια αγωνίζεται για το δικαίωμα στην στέγαση. Για την νέα χρονιά μας είχαν μια έκπληξη. Σήμερα είναι τα εγκαίνια μιας νέας κατάληψης στέγης με θέα… τα ηλύσια, την προεδρική κατοικία.
Μα ούτε ο Σαρκοζύ πληρώνει νοίκι !
Το κτίριο που κατέλαβαν δεν έχει χρησιμοποιηθεί από το 2006 και υπήρξε η έδρα μιας γνωστής ασφαλιστική εταιρείας. Η κατάληψη αυτή όμως δεν είναι η πρώτη. Ήδη από το το 2007 η ομάδα έχει προχωρήσει σε διάφορες καταλήψεις στέγης με πιο πρόσφατη αυτή στην πλατεία Vosge η οποία εκκενώθηκε από τις δυνάμεις της « τάξης » τον οκτώβρη.
Ένας από τους νέους κατοίκους του κτιριού εξηγεί : Με τη σύζυγο και τις δύο κόρες μου ζούσαμε σε ένα διαμέρισμα 40 τετραγωνικών για το οποίο πληρώναμε 1000 ευρώ. Εδώ έχουμε ένα χώρο 60 τετραγωνικών…

Εκκένωση της κατάληψης Brunnenstrasse 183 μετά από 20 χρόνια

Ακριβώς ένα μήνα πριν τα Χριστούγεννα η κατάληψη Brunnenstrasse 183, λίγα κτίρια μακριά απ΄το Α(narchist)-Laden (Brunnen 7) εκκενώθηκε μετά από αίτημα του ιδιοκτήτη.

Το βίντεο που ακολουθεί (στα γερμανικά) είναι από την εκκένωση

Γύρω στους 700 μπάτσους έκλεισαν το δρόμο. Στις 25 Νοεμβρίου 2009 καλέστηκε πορεία για το απόγευμα ενάντια στην εκκένωση της κατάληψης και στον κίνδυνο να εκκενωθούν κι άλλες.

Πάντως θα δείτε πολλά «Αλφάδια» στο βίντεο, αλλά δε μας φαίνεται σαν χώρος του αληθινού αναρχισμού. Κάποιοι άνθρωποι που αυτο-προσδιορίζονται ως αναρχικοί έμεναν εκεί (πριν από κάποια χρόνια και πρώην μέλος του A-Laden), αλλά τα τελευταία 2 χρόνια το σπίτι «σάπισε» λίγο όχι μόνο στην ουσία αλλά και στα μέλη του.

Νιώθαμε ότι ήταν προβληματικό να υπερασπιζόμαστε άτομα επιθετικά, τα οποία μέρα με τη μέρα συμπεριφέρονταν σαν κάποιοι μεθύστακες που στέκονταν στην είσοδο του σπιτιού, ίσως κάνοντας χρήση ναρκωτικών, τα οποία επίσης πουλιόνταν στην άλλη μεριά του δρόμου στο Weinberg Parc. Δεν ήταν απαραίτητα όλα τα φρικιά κάτοικοι της κατάληψης αλλά έδιναν τη χειρότερη εντύπωση για το σπίτι.

Παλιοί αγωνιστές που χρησιμοποιούσαν το σπίτι επίσης ενοχλούνταν. Κάποιοι έφυγαν και η αλληλεγγύη έγινε προβληματική, λόγω και κάποιων σκληρών δηλώσεων που έκανε η B183.

Πάντως, είναι ένα μακροχρόνιο εγχείρημα για να χαθεί, 20 χρόνια μετά την ίδρυσή του στη «Στροφή» (Wende) και το περίφημο πρώτο «Umsonstladen» (Είδη Δώρων), όπου μπορούσες να πάρεις και να δώσεις αγαθά ελεύθερα, και τώρα είναι παρελθόν.

Κάποια άλλα σπίτια στο Βερολίνο όπως η Linienstrasse 206 στη γειτονιά και η Liebigstrasse 14 είναι επίσης υπό πίεση από τους ιδιοκτήτες ώστε να εκκενωθούν. Αυτά τα σπίτια σίγουρα αξίζουν πιο πολύ για να τα υπερασπιστούμε ενάντια στον καπιταλισμό. ΚΑΝΕΝΑ σπίτι δεν πρέπει να εκκενωθεί!

Επίσης, θα μπορούσαμε να ξαναφτιάξουμε τη B183, αν υπήρχε περισσότερη διάθεση να βρεθούν λύσεις. Ακόμα και το Berlin Senat συμφωνούσε να κρατηθεί το σπίτι σαν«εγχείρημα καλλιτεχνών» αλλά η αναζήτηση κέρδους ήταν πιο δυνατή, όπως συχνά συμβαίνει στο Βερολίνο.
Αποχές και καταλήψεις στα πανεπιστήμια, νέες εκκενώσεις σπιτιών… Θα δούμε ένα «καυτό» φθινόπωρο στην πρωτεύουσα;

από LPA (Libertarian Press Agency) Berlin

Δείτε επίσης στα Γερμανικά

http://www.indymedia.org/el/2009/06/925744.shtml

http://de.indymedia.org/2009/11/266915.shtml

http://stressfaktor.squat.net/

http://brunnen183.blogsport.de/

 
 
Κατάλαβε το, αφεντικό !!

 Rosa Nera 04 25th, 2012|
Οι καταλήψεις και η αυτο-οργάνωση των καταπιεσμένων στέκονται ενάντια σε κάθε λογής εκμεταλλευτές, εξουσιαστές, ιδιοκτήτες, φασίστες και αφεντικά. Το τελευταίο διάστημα το πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό των εκμεταλλευτών επιχειρεί – με μια σειρά από νομικές και αστυνομικές επιθέσεις – να χτυπήσει τη δημιουργικότητα, τις αξίες και τις σχέσεις που παράγουν οι συλλογικές κατακτήσεις των καταλήψεων στο πεδίο των κοινωνικών αγώνων και του ταξικού ανταγωνισμού. Πρόσφατα, οι επιθέσεις αυτές στοχοποίησαν την κατάληψη Λέλας Καραγιάννη στην Αθήνα, όπως και την κατάληψη της δημοτικής αγοράς της Κυψέλης. Μετά από διαδήλωση αλληλεγγύης στις καταλήψεις και τους αυτό-οργανωμένους χώρους, επιχειρήσεις καταστολής οργανώνονται το Μάρτιο ενάντια στην Κατάληψη Ελαία και στην κατάληψη Δράκα στην Κέρκυρα. Λίγο αργότερα οι κατασταλτικοί μηχανισμοί επιτίθενται στο στέκι Baruti στο πλαίσιο της καταστολής των διαδηλώσεων διαμαρτυρίας στις επαίσχυντες παράτες των αφεντικών. Τις ίδιες μέρες στην Αθήνα, φασίστες ή/και παρακρατικοί πότε με την κάλυψη ανδρείκελων της ομάδας Δίας και πότε με την κάλυψη περιπολικών της ασφάλειας Αθηνών δημιουργούν προβοκάτσιες στην περιοχή της κατάληψης Πατησίων και Σκαραμαγκά. Το κοινωνικό κέντρο ΒΟΞ και η κατάληψη Βαλτετσίου 60 πριν λίγες μέρες δέχονται επίθεση από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, εκκενώνονται, σφραγίζονται κα συλλαμβάνονται 3 σύντροφοι. Την επόμενη μέρα γίνεται ανακατάληψη του ΒΟΞ από εκατοντάδες κόσμο.
 Αντίθετες στις αντι-κοινωνικές αηδίες του ατομισμού, του κέρδους, των εθνικισμών, των κρατικών πολέμων, του ρατσισμού, της πατριαρχίας, της “ασφαλούς” ιδιώτευσης και υποκρισίας, οι καταλήψεις του ανταγωνιστικού κινήματος τραβούν το δύσκολο μονοπάτι της ανακάλυψης, της ενίσχυσης και της δημιουργίας σχέσεων αλληλεγγύης και συντροφικότητας με όλες εκείνες τις αντιστάσεις που εμφανίζονται στην καθημερινή ζωή – ως ένα ακόμα πεδίο της ταξικής πάλης.
 Οι καταλήψεις στέγης, όπως και οι καταλήψεις για τη δημιουργία κοινωνικών και πολιτικών κέντρων αντίστασης αποτελούν οργανικό κομμάτι όλων των κινημάτων ενάντια στην εκμετάλλευση και την καπιταλιστική βαρβαρότητα.
 Η μεγάλη ιστορία των καταλήψεων είναι αναπόσπαστο μέρος των νεότερων εγχειρημάτων όλων εκείνων των ανθρώπων που επέλεξαν μέσα από μια αντι-γραφειοκρατική πολιτική κοινωνικοποίηση να οικοδομήσουν διαφορετικά παραδείγματα αντίστασης, αυτο-οργάνωσης και κοινωνικής ή/και επαναστατικής χειραφέτησης. Οι δίκαιοι αγώνες οδηγούν όλο και πιο συχνά σε καταλήψεις, είτε μιλάμε για αχρησιμοποίητα κτίρια που καταλαμβάνονται για το δικαίωμα της στέγης, είτε μιλάμε για τη δημιουργία κέντρων αγώνα, είτε μιλάμε για χώρους εργασίας που καταλαμβάνονται από τις εργάτριες και τους εργάτες.
 Οι εκμεταλλευτές έχουν κάθε λόγο να επιτίθενται στις καταλήψεις. Πόσο μάλλον τώρα που όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα καταλαμβάνουν τους εργασιακούς τους χώρους ως τρόπο αντίστασης σε απολύσεις ή λουκέτα, όπως και τώρα που όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα καταλαμβάνουν χώρους υπερασπιζόμενοι το δικαίωμα στη στέγη. Στις μέρες που ζούμε, αυτό που η οικονομία των δολοφόνων ονομάζει κρίση, στη δική μας γλώσσα μεταφράζεται : H «κρίση» δεν είναι παρά όλοι εκείνοι οι θεσμικοί, στρατιωτικοί και ιδεολογικοί εκβιασμοί των εθνικών κρατών των αφεντικών, ώστε να εντείνουν ακόμα περισσότερο την υποτίμηση και την εκμετάλλευση τη ζωής και της εργασίας όλων των καταπιεσμένων του πλανήτη.
 Καθώς τα καπιταλιστικά σχέδια χτίζονται πάντα πάνω σε πτώματα, ο ολοκληρωτισμός τους ταιριάζει γάντι. Στον ελλαδικό χώρο, τα ντόπια αφεντικά και οι σύμμαχοι τους τον χτίζουν οργανώνοντας τα συμφέροντα τους και ματώνοντας τα Βαλκάνια και τους εργάτες εντός και εκτός των ελληνικών συνόρων, αρκετά πριν ανακαλύψουν κάποιοι, μόλις πρόσφατα έκπληκτοι, πως ο καπιταλισμός μπορεί να προδώσει ακόμα και τους πιο πιστούς υπηκόους του. Τα αφεντικά και οι εθνικιστές λακέδες τους ποντάρουν στη συναίνεση του εθνικού κορμού ως προς κάθε πιθανή πρόσοδο που θα απέφεραν τα εγκλήματα του ελληνικού κεφαλαίου εντός και εκτός των συνόρων του, αλλά κυρίως κανονίζουν τα κουμάντα τους χάρη στην όποια αδυναμία μας στην ανάπτυξη της αλληλεγγύης ανάμεσα στους καταπιεσμένους, στην όποια αδυναμία μας να χτίσουμε την οριζόντια οργάνωση της ταξικής μας αντεπίθεσης.
Αυτό που αναλογεί στις καταλήψεις, ως θύλακες αντίστασης, είναι να συνεχίσουν να υψώνουν οδοφράγματα ενάντια στην επικυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και τους φασισμούς που συνεπάγεται. Πολύ περισσότερο να εντείνουν και άλλο τις σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ τους, όπως και τις άμυνες τους ενάντια στις (αστυ)νομικές και ιδεολογικές επιθέσεις των κρατικών μηχανισμών.
 Οι καταλήψεις που έρχονται θα παίξουν ρόλο. Ως σχέσεις, ως παραγωγή λόγου και δράσης και όχι απλώς ως υποδομές. Επιθυμία μας είναι ο κόσμος που οραματίζεται την αταξική κοινωνία, την ελευθερία την ισότητα και τη δικαιοσύνη, να αρχίσει να παίρνει στα χέρια του σημαντικές διαδικασίες παραγωγής και διανομής των αγαθών, όπως και να δημιουργεί συνεχώς τα δικά του συλλογικά μέσα. Τα πολλά άδεια σπίτια που υπάρχουν γύρω μας να στεγάσουν τώρα όλα τα όνειρα των καταπιεσμένων. Επανάσταση σημαίνει και να καταλάβουμε (με τη διπλή έννοια του όρου) αυτά που μας ανήκουν ως εργάτριες και εργάτες. Και η δικαιοσύνη θα έρθει όταν τα μέσα, η διακίνηση και το νόημα της παραγωγής και της εργασίας θα είναι κοινά και δεν θα ανήκουν στους εκμεταλλευτές, τους εθνικιστές, τους σταλινικούς, τους γραφειοκράτες και τους πολεμοκάπηλους.

                    Εμπρός για νέες ταξικές, κοινωνικές              καταλήψεις!

αναδημοσίευση από: https://rosanera.squat.gr/

ΣΤΟΝ ΑΝΟΙΧΤΟ ΑΕΡΑ

Αυτό το κείμενο αναφέρεται σε ζητήματα καταστολής καθώς και σε τρόπους σκέψης και δράσης αναρχικών.

Σημειώσεις για τη καταστολή και σχετικά θέματα

Οι σημειώσεις που ακολουθούν γεννιούνται από μια ανάγκη: εκείνη του από κοινού προβληματισμού πάνω στην τρέχουσα κατάσταση για να βρεθεί το νήμα για μια πιθανή προοπτική. Αποτελούν τον καρπό διαφορετικών συζητήσεων στις οποίες είναι αναμιγμένες η κριτική ζυγαριά των περασμένων εμπειριών, η δυσαρέσκεια για τις πρωτοβουλίες της τρέχουσας πάλης και η ελπίδα για τις υπάρχουσες δυνατότητες. Δεν είναι η γραμμή μιας ομάδας σε ανταγωνισμό με μια άλλη. Ούτε έχουν καμιά αξίωση ή ψευδαίσθηση να καλύψουν τα κενά – της ζωής και των προσχεδιασμένων παθών – σε συμφωνία, λιγότερο ή περισσότερο επίσημη, πάνω σε κάποιες θέσεις. Αν περιέχουν δυσάρεστες κριτικές δεν είναι για να μετατραπούν σε αυτοσκοπό αλλά γιατί πιστεύω πως είναι ακόμη απαραίτητο να λέμε δυσάρεστα πράγματα. Όπως όλες οι λέξεις σ’ αυτό το κόσμο έτσι και αυτές θα έχουν μια ηχώ μόνο σ’ αυτούς που αισθάνονται μια τέτοια ανάγκη. Εν συντομία, μια μικρή βάση για κουβέντα ώστε να καταλάβει κάποιος τι μπορεί να κάνει και με ποιον.

 

«Οφείλουμε να εγκαταλείψουμε όλα τα μοντέλα και να εξετάσουμε τις δυνατότητές μας»

E.A.Poe

Γνωρίζουμε από εμπειρία πως μία από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της καταστολής είναι να σπέρνουν σύγχυση και να ενσταλάζουν τη δυσπιστία στους άλλους όπως και σε μας τους ίδιους, ή να καθορίζει άκαμπτες προσκολλήσεις σε ταυτότητες και σε περισσότερο ή λιγότερο παραλυτικές υποψίες. Με αυτή την έννοια, θα ήταν καλύτερο να εμβαθύνουμε σε ορισμένα προβλήματα, όσο το δυνατόν νωρίτερα. Ακολουθούνε χρόνια δύσκολα που θα ταρακουνήσουνε πολλές από τις πρακτικές και πνευματικές μας συνήθειες. Αν είναι αλήθεια πως η πιο επικίνδυνη προκατάληψη είναι αυτή του να πιστέυεις ότι κάποιος δεν έχει καμία προκατάληψη, θα μου άρεσε παρ’ όλα αυτά αυτές οι σημειώσεις να κριθούν για αυτό που λένε χωρίς προκατειλημμένες ερμηνείες. Μια τέτοια επιθυμία εξηγεί τον τόνο τους και ακόμη και το στυλ τους.

 

Ένα μη-κατοικήσιμο σπίτι

Η συνθήκη στην οποία βρισκόμαστε μου φαίνεται να είναι εκείνη κάποιας που οχυρώνει τον εαυτό της μέσα σε τέσσερις τοίχους για να υπερασπιστεί ένα χώρο μέσα στον οποίο κανείς δεν έχει την επιθυμία να ζήσει. Όλη αυτή η κουβέντα για άνοιγμα, για διεύρυνση, για συμμαχίες κρύβει το γεγονός πως υπερασπιζόμαστε ένα κατεδαφισμένο σπίτι σε μια μη-κατοικήσιμη γειτονιά. Μου φαίνεται πως η μόνη οδός διαφυγής είναι να βάλεις φωτιά στις θέσεις άμυνας και να βγεις έξω στον ανοιχτό αέρα, αποτινάσσοντας την οσμή της μούχλας. Αλλά τι σημαίνει αυτό πέρα από τη μεταφορά;

Η εποχή στην οποία ζούμε είναι τόσο πλούσια σε αποδιοργάνωση που η ικανότητά μας να ερμηνεύουμε και ακόμη περισσότερο να προεικονίζουμε τα γεγονότα καταρρέει σαν να στηρίζεται σε χαλίκια. Αν αυτό ισχύει για όλους τους επαναστάτες, οι οπτικές του κόσμου και τις ζωής βασισμένες σε αυταρχικά και ποσοτικά μοντέλα έχουν βγει προς τα έξω ιδιαίτερα κακοποιημένες. Οι διαχειριστές, περισσότερο ή λιγότερο γνώστες αγώνων άλλων χειρίζονται μόνο άχρηστες πολιτικές αναπαραστάσεις συγκρούσεων ήδη ειρηνοποιημένων – οι αγώνες που ξεσπάνε μέσα από την ειρηνοποίηση δεν αφήνουνε χώρο στους διαχειριστές. Η ψευδαίσθηση του κόμματος – σε όλες τις παραλλαγές της – είναι τώρα πια το πτώμα μιας ψευδαίσθησης.

Η εξάπλωση, η ευθυγράμμιση και το χώρισμα των δυνάμεων στο πεδίο, στις μικρές όπως και στις μεγάλες συγκρούσεις, γίνονται όλο και πιο μυστηριώδεις. Εκείνο που ήταν πάντα το σήμα κατατεθέν μας – μια ανομοιογενείς και μη αθροιστική οπτική της δύναμης, μια αποστροφή για τη δικτατορία του Αριθμού – ανταποκρίνεται εν μέρει στις τρέχουσες κοινωνικές συνθήκες και στις απρόβλεπτες πιθανότητες για ρήξη που αυτές κρύβουν. Από τις μεταλλάξεις της ίδιας της κυριαρχίας – μέσα από το δικό της δίκτυο δομών, τεχνολογίας και γνώσης – μέχρι γεγονότα όπως το τρέχων αντάρτικο στο Ιράκ, μπορούμε να πάρουμε κάποια μαθήματα. Φαίνεται ξεκάθαρα πως οι συγκρούσεις όλο και λιγότερο συμβαίνουν με τη μορφή της αναμέτρησης ανάμεσα σε δυο στρατούς ή δυο μέτωπα και όλο και περισσότερο με τη μορφή μυριάδων εξαπλωμένων και ανεξέλεγκτων δράσεων. Μια άρχουσα τάξη φτιαγμένη από χιλιάδες κέντρα ζωτικών σημείων ωθεί τους εχθρούς της να γίνουν απρόβλεπτοι. Έτσι ένας αποκεντρωμένος τρόπος αντίληψης δράσεων και σχέσεων είναι όχι μόνο πιο ελευθεριακός, αλλά και πιο αποτελεσματικός απέναντι στα δίκτυα ελέγχου. Αν μια τέτοια συνειδητοποίηση υπάρχει σε θεωρητικό επίπεδο, δεν καταφέρνουμε πάντα να τη διατηρήσουμε στις πρακτικές προτάσεις. Από τη μια επιβεβαιώνουμε πως η εξουσία δεν είναι μια γενική έδρα (αλλά περισσότερο κοινωνικές σχέσεις), αλλά από την άλλη προτείνουμε προσπάθειες που την απεικονίζουν ως τέτοια. Θεωρώ πως θα πρέπει να βρούμε τις μορφές δράσης που ταιριάζουν περισσότερο στα χαρακτηριστικά μας, στις (ποσοτικές και ποιοτικές) δυνάμεις μας. Δυστυχώς, ακόμη πιστεύουμε πως το να δρας σε μικρές ομάδες πρέπει απαραίτητα να σημαίνει να δρας απομονωμένα. Αυτός είναι ο λόγος που, μπροστά στις συλλήψεις συντρόφων και στη γενικευμένη αύξηση της καταστολής, αναδύονται πάντα οι συνήθεις προτάσεις: συλλαλητήριο, πορεία κ.τ.λ.. Φυσικά δεν είναι ζήτημα κριτικής αυτών των μορφών δράσης ως τέτοιες, αλλά η νοοτροπία που τις συνοδεύει συνήθως . Σε ορισμένα πλαίσια – στην παρούσα φάση, ιδιαίτερα στα τοπικά- η πορεία ή το συλλαλητήριο ίσως να έχουν τη σημασία τους σαν κομμάτι μια σειράς προσπαθειών. Αλλά όταν αυτός ο συνδυασμός ποικίλων μορφών δράσεων λείπει, και κυρίως όταν σκεφτόμαστε στα πλαίσια του στενού κύκλου συντρόφων, πιστεύω πως η επανάληψη συγκεκριμένων μοντέλων καταλήγει στο να δημιουργεί μια αίσθηση αδυναμίας και αναπαραγωγής του πασίγνωστου μηχανισμού των περισσότερο ή λιγότερο αγωνιστικών έτοιμων ραντεβού. Και εδώ επίσης, υπάρχει ανάγκη για φρέσκο αέρα. Ακόμη και αν οργανωθούμε με άλλους εκατό, αν θέλουμε μπορούμε να παρέμβουμε με ενδιαφέροντες τρόπους σε σχετικά τεράστιες πορείες. Αλλά αν υπάρχουν μόνο εκατό και αυτό είναι όλο, ας ρωτήσουμε, γιατί μια πορεία; Τι μπορούν να κάνουν εκατό σύντροφοι σε μια πόλη που ξέρουν τα σημεία-κλειδιά καλά; Τι έχουν να μας διδάξουν όλοι αυτοί οι αγώνες που, σε παγκόσμιο επίπεδο, ξαναανακαλύπτουν μια παθιασμένη και εν δυνάμει ανατρεπτική χρήση του αποκλεισμού;

Πολλοί έχουν επίγνωση πως το πρόβλημα της καταστολής δεν μπορεί να περιορισθεί μόνο στο περιβάλλον των επαναστατημένων. Η καταστολή, τόσο η άμεση όσο και η έμμεση, εμπλέκει ακόμα μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού. Είναι η απάντηση μιας άρχουσας τάξης που νιώθει τη γη να γλιστρά κάτω απ’ τα πόδια της, γνωρίζοντας το πόσο μεγάλο γίνεται το κενό ανάμεσα στη γενική δυσαρέσκεια και τις ικανότητες των ιστορικών υπηρετών της (κόμματα και συνδικάτα). Χωρίς να εξετάσουμε τους λόγους όλων αυτών εδώ, φτάνει να πούμε πως οι ανατρεπτικοί μιλάνε τόσο πολύ για τις φυλακές, επειδή είναι τόσο ευκολότερο να καταλήξουν μέσα, και συγχρόνως, αισθάνονται την ανάγκη να μην περιορίσουν τους εαυτούς τους, εντός της ολότητας της ζωής, στην υπεράσπιση των συλληφθέντων συντρόφων τους. Εδώ ξεκινάνε τα προβλήματα. Αν κανείς δεν καταφέρει να αντιτεθεί στη καταστολή ανεξάρτητα απ’ το ατομικό, τότε θα καταλήξει ο καθένας να υπερασπίζεται τους δικούς του φίλους και συντρόφους, αυτούς με τους οποίους μοιράζεται ιδέες, πάθη και σχέδια – και αυτό είναι αναπόφευκτο. Η αλληλεγγύη ενάντια στη καταστολή που χτυπά τους επαναστάτες με τους οποίους δεν έχουμε καμία εγγύτητα πρέπει να διαχωριστεί ξεκάθαρα από τη στήριξη πολιτικών πλάνων που δεν πιστεύουμε πως αντιτίθενται κάθετα στις αντί-πολιτικές μας επιθυμίες. Τώρα όσο περιορίζουμε τη σφαίρα των προσπαθειών μας στους επαναστάτες, τόσο περισσότερο ρισκάρουμε να δώσουμε ένα χέρι αναβίωσης σε θεωρίες που ήταν ευτυχώς στα χαλάσματα. Από την άλλη όσο μεγαλύτερη είναι αυτή η σφαίρα τόσο ευκολότερο φαίνεται πως είναι να διακρίνεις τα δύο επίπεδα (αυτό της αλληλεγγύης ενάντια, και αυτό της αλληλεγγύης με, δηλαδή συνενοχή). Επομένως είναι αρκετά εκπληκτικό πως, παρά την επίγνωση της κοινωνικής και καθολικής εμβέλειας της κατασταλτικής λεπίδας , η “λύση” που προτείνεται από τις περισσότερες πλευρές είναι ενότητα δράσης ανάμεσα… στα επαναστατικά στοιχεία. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν απομονωνόμαστε απλά από το υπόλοιπο των εκμεταλλευόμενων που αισθάνονται το βάρος του κοινωνικού ελέγχου και της αστυνόμευσης σαν εμάς, αλλά επιπλέον κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας όσον αφορά μια σημαντική παράμετρο: μια τέτοια “ενότητα δράσεων” έχει ένα τίμημα (ίσως όχι άμεσα αν οι σχέσεις τη δύναμης είναι ευνοϊκές, αλλά σίγουρα μακροπρόθεσμα). Αν αντί για εκατό αναρχικούς, υπάρχουν εκατόν πενήντα άνθρωποι εμπλεγμένοι σε μια προσπάθεια επειδή συμμετέχουν πενήντα μαρξιστές-λενινιστές, και για να το πετύχουμε αυτό πρέπει να υπογράφουμε μανιφέστα και φυλλάδια γραμμένα σε μια σχετικά αδιαπέραστη διάλεκτο, είναι αυτό πραγματικά “επέκταση”; Δεν θα ήταν ενδεχομένως πιο σημαντικό μόνο δέκα άτομα να οργανώνουμε μια προσπάθεια που να αντιμετωπίζει προβλήματα αντιληπτά από πολλούς και να εκφράζει περιεχόμενα πιο κοντά στους δικούς μας τρόπους σκέψης και αισθήματα; Όσο για την αλληλεγγύη που σχετίζεται ειδικά με τους ανθρώπους μέσα, υπάρχουνε αρκετές διαφορετικές μορφές…

Δεν θέλω αυτή η στάση να ερμηνευτεί σαν ένα «ιδεολογικό κλείσιμο» ή σαν μια τάση για ηγεμονία πάνω σε άλλες ομάδες. Ακριβώς για να αποφύγω να λογοδοτήσω με όρους ακρωνύμιων, βεβιασμένων ιδεολογικών ερμηνειών και επισημοτήτων, το καλύτερο είναι να διατηρούμε τις προτάσεις μας ευρείς και καθαρές, χωρίς καμιά ιδιαίτερη ομάδα ατόμων να δρα ως αντιπρόσωπος, αλλά η καθεμία που αισθάνεται εμπλεκόμενη να μιλά για τον εαυτό της. Μετά απ’ αυτό όποιος θέλει να συμμετέχει σαν ίσος ανάμεσα σε ίσους είναι ευπρόσδεκτος. Αν άλλοι επαναστάτες εφαρμόσουν τις ίδιες μεθόδους θα είναι καλό για όλους. Υπάρχει μια ατμόσφαιρα συμμαχίας βασισμένη σε αμοιβαία εύνοια που τη βρίσκω ασφυκτική. Ενωμένα μέτωπα, ενότητα στις δράσεις ανάμεσα στις επαναστατικές δυνάμεις – πέρα από κάθε συγκεκριμένο αντικείμενο αγώνα στον οποίο όλοι όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να συνευρεθούν είτε είναι σύντροφοι είτε όχι – είναι κομμάτι της υπεράσπισης του μη-κατοικήσιμου σπιτιού, για μένα. Και αυτό άσχετα με το κατά πόσο αυτοί οι τύποι ίσως να είναι καλοί, σωστοί ή συμπαθητικοί άνθρωποι. Είναι ζήτημα προοπτικής. Κάποτε απαντώντας στον Bordiga, ο Malatesta είπε: «Αν όπως ισχυρίζονται οι Μαρξιστές, η διαφορά ανάμεσα σε μας και σ’ αυτούς δεν είναι τόσο ουσιαστική, αντί να μας κάνουνε να συμμετέχουμε στις επιτροπές τους, γιατί δεν έρχονται στις δικές μας;» Να κάνουμε πράγματα μεταξύ αναρχικών τότε; Σε καμία περίπτωση. Να δρούμε πάνω σε ξεκάθαρα θεμέλια (foundations), ακόμα και σε μικρές ομάδες, αλλά να απευθυνόμαστε σε όλους τους εκμεταλλευόμενους και τους δυσαρεστημένους με την κοινωνική φυλακή. Και να συμπεριλαμβάνουμε σε ό,τι κάνουμε και λέμε – είτε είναι ένας αγώνας ενάντια στους κλίβανους αποτέφρωσης απορριμάτων, ενάντια στις εξώσεις, είτε για στέγαση- το πρόβλημα των φυλακών (και συνεπώς των συντρόφων μας μέσα). Να μην παραθέτουμε ούτε να κολλάμε το «ζήτημα των φυλακών» στο υπόλοιπο, αλλά να εκθέσουμε τις πραγματικές συνδέσεις στη βάση της κοινής εμπειρίας. Κάθε αυτόνομος αγώνας αργά ή γρήγορα έρχεται αντιμέτωπος με στη καταστολή (είτε την αντιμετωπίζει ανοιχτά, είτε υποχωρεί για να την αποφύγει). Οι καταλήψεις στέγης θέτουνε εξίσου το πρόβλημα της αστυνομίας, των συμφερόντων που υπερασπίζεται, των γκέτο και των κελιών. Η κοινωνική αυτο-οργάνωση είναι πάντα αυτο-άμυνα ενάντια στη καταστολή

Κάνοντας άλμα στη καρδιά της ευκαιρίας

Κατά μια εκτίμηση, έχουμε μια ευκαιρία: την ευκαιρία να παρέμβουμε στις κοινωνικές συγκρούσεις – παροντικές και επερχόμενες – χωρίς διαμεσολάβηση. Αν οι ακόλουθοι δεύτερης διαλογής των εξουσιαστικών δυνάμεων που έχουν καταπνίξει τόσο πολλά ανατρεπτικά κίνητρα βρίσκονται κουρελιασμένοι με όρους αριθμών και πλάνων, γιατί θα πρέπει εμείς να τους βοηθήσουμε με τα προβλήματα τους; Γιατί να χάνουμε χρόνο ανάμεσα σε μούμιες όταν ένας δυνατός άνεμος φυσά; Αυτοί κάνουν πολιτικούς υπολογισμούς, όχι εμείς. Στην πρακτική εμπειρία θα φανεί ποιος πιστεύει πραγματικά στην αυτό-οργάνωση. Εμείς βασιζόμαστε σε αυτό.

Mε τη γενική ρεφορμιστική υποχώρηση, οι λιγοστές πραγματικότητες για τις αντικαπιταλιστικές και αντιθεσμικές θέσεις είναι σαν φωτιά τη νύχτα – και έτσι ο πειρασμός να τις κρατήσεις σφιχτά δεμένες στη μια πλευρά κάποιων οδοφραγμάτων, είναι δυνατός. Αλλά η δύναμη μας δεν είναι εκεί. O Fourier είπε πως ένα πάθος είναι επαναστατικό αν επιφέρει μια άμεση αύξηση στην απόλαυση της ζωής. Αυτό μου φαίνεται να είναι το πιο αξιόπιστο standard. Γνωρίζω από την εμπειρία μου πως διάφοροι νέοι άνθρωποι έχουν αγκαλιάσει κάποιες αναρχικές πραγματικότητες γιατί έχουν ανακαλύψει πως με αλληλεγγύη και με το θάρρος των ιδεών τους, ζουν καλύτερα. Γιατί; Επειδή το βάρος της άνεσης και της δουλειάς δεν είναι τόσο βαρύ αν το αντιμετωπίσουμε μαζί, επειδή η παράνομη συμπεριφορά είναι μεταδοτική για αυτούς που αγαπάνε την ελευθερία, επειδή οι σχέσεις αγάπης χωρίς περιορισμούς μπορούν να είναι πιο ειλικρινείς και εκπληρωτικές, επειδή στην ένωση της σκέψης και της δράσης όπως είπε η Simone Weil, η συμφωνία του πνεύματος με το σύμπαν ανανεώνεται. Έπειτα εδώ είναι ο ενθουσιασμός που θα πρέπει να τροφοδοτήσει τις πρακτικές μας – ο ενθουσιασμός της σκεπτόμενης ανύψωσης, όχι της ανόητης ελαφρότητας. Επειδή «το να φέρνεις τον πανικό στην επιφάνεια των πραγμάτων» είναι συγκλονιστικό επειδή δεν υπάρχει γιορτή χωρίς ρήξη της πραγματικότητας. Ας αφήσουμε ορισμένες λέξεις των λυπημένων ………… σε άλλους και ας αποφύγουμε τις μεθόδους που η εξουσία γνωρίζει και περιμένει.

Δεν θα καταφέρουμε να διασχίσουμε το ποτάμι στο οποίο βρισκόμαστε τώρα με μεμονωμένες προσπάθειες, όσο καλές και να είναι. Θα ήταν καλύτερο να πούμε πως θα πάρει αρκετό καιρό. Να βρούμε εγγύτητα, να πειραματιστούμε με καινούριες διαρθρωμένες και ευφάνταστες μορφές συλλογικής δράσης, να κοροϊδέψουμε τον αστυνομικό έλεγχο, αυτές είναι δυνατότητες που μπορούμε να επαναεφεύρουμε ανάμεσα σε χιλιάδες εμπόδια. Κάποιος ίσως να απαντήσει “Ναι αλλά στο μεταξύ υπάρχουν σύντροφοι μέσα, η καταστολή μας ακολουθεί”. Όμως, δεν είναι το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσαμε να αναλάβουμε για τους φυλακισμένους συντρόφους, να κάνουμε αυτές τις απαιτήσεις για ζωή, για τις οποίες αυτοί κρατούνται, να γίνουν κοινωνικά επικίνδυνες. Υπό αυτή την έννοια είναι άχρηστο να κοιτάμε μέσα σε πολιτικούς καθρέφτες που μας λένε πως δεν είμαστε γυμνοί. Καλύτερα μια συνειδητή γύμνια από οποιοδήποτε ρούχο πλεγμένο από αυταπάτες. Καλύτερα να ξεκινήσεις ξανά από την αρχή, μακριά από τη δυσωδία των πτωμάτων και των ιδεολογικών σκουπιδιών, ακατανόητων στους ανεπιθύμητους αυτού του κόσμου.

Επομένως από τόσες πολλές πλευρές, υπάρχει μια ανάγκη για ένα δυνατό ρήγμα που φέρνει ανήκουστες συμπεριφορές σε ατομικές σχέσεις όπως και στις δημόσιες πλατείες. Όχι με μια δραματική και αυτό-προωθητική έννοια προτιμούμενη ως είδος με μια καλλιτεχνική πινελιά – σαν διαβόητο πτώμα – αλλά με την έννοια μια νέας ανάγκης για ζωή που επιβεβαιώνει τον εαυτό της χωρίς ντροπή. Υπάρχει ανάγκη για ταξικό μίσος που δεν ξέρει πως να ερμηνεύσει τα παλιά παράπονα, και επιτίθεται στους χιλιάδες κόμπους της καθημερινής εκμετάλλευσης. Υπάρχει ανάγκη για μια ηθική ένταση που ποτέ δεν μπερδεύει καταπιεστές και καταπιεσμένους και που δεν σπαταλά την ανάσα της ενάντια στους σκλάβους της εξουσίας – επειδή επιζητά να απελευθερωθεί απ’ αυτούς, ακόμα και με βία, αλλά προκειμένου να ξεπεράσει τα όριά της. Υπάρχει ανάγκη για μια νέα γενναιοδωρία, οπλισμένη και αποφασιστική, ικανή να ανατρέψει τους υπολογισμούς των καταστηματαρχών των ημερών μας, ικανή να περιφρονήσει μια ατομική και κοινωνική συμπεριφορά που σχετίζεται με τα λεφτά. Εν συντομία υπάρχει μια ανάγκη να βρούμε νέους τρόπους να εκφράσουμε την ανυπόφορη πραγματικότητα αυτού του κόσμου – των δουλειών του και των σπιτιών του, της κατανάλωσης και της ηθικότητάς του – καθημερινά, συνεχόμενα, ακόρεστα. Ο κοινωνικός πόλεμος παίζει στις ζωές μας επειδή βρίσκεται στη καθημερινότητα που το κεφάλαιο υφαίνει τον ιστό της αλλοτρίωσης, της εξάρτησης, των μεγάλων και μικρών συνθηκολογήσεων. Εδώ είναι το άλφα και το ωμέγα της κοινωνικής ανατροπής.

Μην πεις πως είμαστε λίγοι

Πες μόνο πως είμαστε. Μ΄ αυτά τα λόγια ξεκινούσε ένα αντί-μιλιταριστικό αυτοκόλλητο πριν πολλά χρόνια. Έπειτα συνέχιζε λέγοντας πως ήταν μόνο μερικά μαύρα σύννεφα που σκοτείνιαζαν τον ουρανό. Αυτό δεν ήταν απλά ένα τέχνασμα αισιοδοξίας, αλλά επίσης μια αληθινή εμπειρία.

Εδώ και αρκετά χρόνια – τουλάχιστον δεκαπέντε – στο αναρχικό κίνημα της άμεσης δράσης (αυτό που είναι αυτόνομο από την Ομοσπονδία και από συνδικαλισμό, για να το ξεκαθαρίζουμε αυτό) έχει δοθεί σε γενικές γραμμές λίγη προσοχή σε κοινωνικές συγκρούσεις και σε περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές μορφές της αυτό-οργάνωσης των εκμεταλλευόμενων. Εκτός από τους ιστορικούς λόγους (τη μεγάλη ειρήνευση των 80’s), αυτό οφείλεται σε ένα πρόβλημα πνευματικής στάσης. Πολλοί σύντροφοι που μιλούσαν για εξέγερση – ένα αναμφισβήτητα κοινωνικό γεγονός – αντιλαμβανόταν την κοινωνία σαν ένα χώρο κατοικούμενο σχεδόν εξ ολοκλήρου από τους δουλοπρεπείς και τους παραιτημένους. Έτσι με μια τέτοια οπτική παραμένουν αιωρούμενοι ανάμεσα σε διακηρύξεις αρχών και στην αποτελεσματική τους εμπειρία: διστακτικοί σε σχέση με μια ανοιχτά μοναχική εξέγερση, αργοί να ανοίξουν τη πόρτα σε συλλογικές δυνατότητες. (Ποιος ξέρει ίσως αυτό να είναι που δίνει ζωή σε μια κάποια έχθρα που έχει ξεχυθεί στις φιλονικίες μεταξύ συντρόφων). Παραπλεύρως αυτής της χαμηλής ευαισθησίας σε αγώνες που διαπερνούνε ογκώδεις οροσειρές – αλλά που παρ’ όλα αυτά προέρχονται από ογκώδεις οροσειρές – έχει αναπτυχθεί μια κάποια ικανότητα για αυτόνομη παρέμβαση με μια σημαντική εξάπλωση πρακτικών επίθεσης ενάντια στις δομές κυριαρχίας (ανάμεσα τους η πυρηνική βιομηχανία, ο στρατός, τράπεζες, εξοπλισμός τεχνολογικού ελέγχου και εργαστήρια ζωοτομίας). Τώρα κάτι αλλάζει, σαν μία μπερδεμένη ατομική ανάγκη να συνάντησε νέες κοινωνικές συνθήκες, και απ’ αυτό έρχονται οι σύντροφοι που μιλάνε απρόσμενα για ταξικό αγώνα, ίσως ακόμα και να παίρνουν δανεικές ερμηνείες και ορολογία από το μαρξισμό. Αυτό που συμβαίνει είναι πως συχνά, εκτός από τη ρητορική των φέιγ βολάν, η οπτική τους για την κοινωνία παραμένει η ίδια: εν συντομία πως περιβαλλόμαστε απ’ όλες τις πλευρές από συνενόχους της εξουσίας. Πιστεύω πως μια έλλειψη εμπειρίας σε άμεσα βιωμένους και υποκινούμενους κοινωνικούς αγώνες παίζει μέγιστο ρόλο σε όλα αυτά. Έχουν υπάρξει κάποιες τοπικές προσπάθειες χωρίς όμως ακόμα να προσεγγίζουν τυπικές θεσμικές δυσκολίες διευρυμένων συγκρούσεων. Για άλλη μια φορά και πάλι, βρισκόμαστε σε ένα σταυροδρόμι. Κάποιος πρακτικός αντικατοπτρισμός έχει γεννηθεί στη βάση των ποικίλων αποκλεισμών που έχουν γίνει από εργάτες και άλλους. Πολλοί από μας έχουν βάλει τον εαυτό τους σ’ αυτό, ζητώντας πολλά περισσότερα απ’ αυτούς τους αγώνες απ’ ότι αυτοί θα μπορούσαν να εκφράσουν – ασφαλείς έπειτα να κάνουν αναστροφή και να παραπονεθούν για τη δουλικότητα των εκμεταλλευμένων. Άλλες περιπτώσεις ούτε πρόκειται να λείψουν, ούτε μεγαλύτερη προσοχή από μέρους μας πρόκειται να λείψει. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό.

Νομίζω πως δεν είναι ακόμα αυτός ο καιρός για να εγκαταλείψουμε τη γεύση της άμεσης δράσης σε μικρές ομάδες. Απλά θα ήταν καλύτερα να συνδεόταν με κοινωνικά περιεχόμενα, με αντιληπτή δυσαρέσκεια. Πόσες ευκαιρίες έχουμε χάσει ( από τη Γένοβα, κατά τη διάρκεια των αποκλεισμών των τρένων του θανάτου, μετά τη Νassiriya, κατά τη διάρκεια του Cap Anamur, κ.τ.λ.); Ο χρόνος είναι το στοιχείο στο οποίο τα ανθρώπινα όντα ζούνε, και η εξέγερση είναι φτιαγμένη από ευκαιρίες. Θα πρέπει να μελετήσουμε τις δυνατότητές μας καλύτερα, αντί να κυνηγάμε τις ουρές μας. Προφανώς υπάρχουν μερικές ανώτερες εξαιρέσεις (ποικίλες δράσεις μετά τη Γένοβα, άλλες ενάντια στη βιοτεχνολογία ή τους μηχανισμούς εκδιώξεων, κάποια σαμποτάζ ενάντια στο πόλεμο, κ.τ.λ.) αλλά ήταν σποραδικές περιβαλλόμενες από την οχλοβοή που προκαλείται από άχρηστη ρητορική, από διακηρύξεις σαν φύλλο στον άνεμο και από μία πρακτική (και ηθική) διάκριση από την οποία λείπει εξ ολοκλήρου η ευκρίνεια για το ποιοι είναι οι εχθροί. Ακριβώς σε μια στιγμή που αυτή η ευκρίνεια είναι απαραίτητη εν όψει της αδιάκριτης βίας που όλο και πιο συχνά λαμβάνει χώρα στις στιγμές αντίστασης και δυνητικής απελευθέρωσης των καταραμένων της γης. Αυτοί που συνεχώς επαναλαμβάνουν πως η καλύτερη θεωρία είναι η πρακτική, αλλά έπειτα εναποθέτουν πολλά από αυτά που κάνουν στην τύχη, χρειάζονται ιδιαίτερα αυτή την ευκρίνεια. Ίσως τυφλωμένοι από τις παρενέργειες του θεάματος, είτε εμπιστευόμαστε πολύ λίγο τις συνέπειες των δράσεων μας (επιτρέποντας στους εαυτούς μας να βαλτώσουν) είτε απ’ την άλλη υπερβάλλουμε τη σημασία τους (επιτρέποντας τους εαυτούς μας να πιαστούν στις αυταπάτες των media). Υπάρχουν αποτελέσματα που συνεχίζουν να παράγουν τα αίτια τους.

Tο σπουδαίο παιχνίδι

Μου φαίνεται πως το σπουδαίο παιχνίδι έγκειται στην ικανότητα να ενώνεις ένα συγκεκριμένο ποσό καθημερινής τόλμης (το να διαλύεις τη κοινωνική κανονικότητα είναι παντού δυνατό από τις δημόσιες αντιπαραθέσεις έως τα πανηγύρια της κατανάλωσης και της πολιτιστικής έκπληξης, από τη δουλειά έως την παράνοια του ελέγχου) με την ετοιμότητα για δράση όταν η στιγμή είναι ευνοική. Για να είμαστε καταλύτες της χαράς της ζωής και όχι Κασσάνδρες της μελλοντικής κατάρρευσης του καπιταλισμού. Επειδή η ανώνυμη και καταστρεπτική δράση εκφράζει τη κατασκευή μιας ζωής που δεν είναι ανώνυμη. Πολύ αόριστο; Φυσικά και δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Όντας το πιο σοβαρό παιχνίδι, το ματς μας αφορά όλους. Το πιο σίγουρο είναι ότι θα υπάρχουν δυσκολίες, δεδομένης της προοδευτικής απώλειας αυτόνομων χώρων, τραγικά διαβρωμένα από το παρόν κοινωνικό σύστημα και τα πολλά τεχνολογικά ναρκωτικά του. Κι όμως, τα όρια βρίσκονται συχνά, πάνω απ’όλα, στην αποφασιστικότητα και τη φαντασία μας, οι οποίες αντισταθμίζονται, όπως και εμείς, από το βάρος της συνήθειας στις χειρονομίες, στα λόγια και στις σχέσεις μας. Μια ευρύτερη συνάντηση ανάμεσα σε ποικίλες τοπικές πραγματικότητες θα μπορέσει να υπάρξει από τα σχετικά αυτόνομα μονοπάτια σε σκέψη και αγώνα όχι από συσσώρευση δυνάμεων υπαγορευμένη από επείγουσα ανάγκη. Έτσι η συζήτηση δεν θα είναι ένας άνευ συναισθήματος χορός φράσεων, αλλά η ευκαιρία να μάθει ο ένας από τον άλλον, ώστε να φτάξουν επιτέλους τον τρόπο ζωής τους, δηλαδή τους αμοιβαίους κόσμους, την επικοινωνία. Έπειτα η εμπιστοσύνη και ο ενθουσιασμός θα βρεθούνε ξανά και κάτι που μοιάζει με κοινή εμπειρία θα γεννηθεί.

Εξέγερση είναι εκεί που η ανύψωση και η αυστηρότητα συναντιούνται.

Ένας φίλος του Lud

Σεπτέμβριος 2004

 April 11th, 2012

αναδημοσίευση από: https://flying.squat.gr/GR/2012/04/11/greek-%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CF%87%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%B1/

 

Μία, εκατό, χιλιάδες καταλήψεις (μέρος 2 Αγγλία)

Αναρτήθηκε: Ιανουαρίου 15, 2012 από τον/την admin

Συνεχίζουμε το αφιέρωμά μας στους ελεύθερους χώρους με την Βρετανία. Μια ιστορία αρκετά διαφορετική από αυτή της Ιταλίας, αλλά και πιθανώς όλης της υπόλοιπης Ευρώπης. Αν και η ιστορία των ελεύθερων χώρων εκτείνεται από το μακρινό 1381 περνάει απο τη Βιομηχανική επανάσταση και καταλήγει στο σήμερα, το κίνημα αυτό δεν είναι ένα καθαρά πολιτικό κίνημα με τη μορφή που το ξέρουμε στην πλειοψηφία των χωρών της Ευρώπης.

Το κείμενο μας το παραχώρησε ο Αντώνης από την ομάδα του occupiedlondon.org.

Προηγούμενα μέρη αφιερώματος: Ιταλία 1, Ιταλία 2

Πολιτικές καταλήψεις και κινήματα επαναοικιοποίησης στέγης: Η περίπτωση της Βρετανίας

Η Βρετανία είναι μια χώρα στην οποία το Σύνταγμα είναι άγραφο – δεν υπάρχει, δηλαδή, με τη μορφή που το συναντάμε σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Αντίθετα, οι ισχύοντες νόμοι βασίζονται τόσο στο κοινό δίκαιο όσο και την πρακτική. Αυτό με τη σειρά του συνεπάγεται πως πολλοί από τους νόμους έχουν τις ρίζες τους σε πρακτικές προηγούμενων αιώνων. Κάπως έτσι, η χώρα έχει βρεθεί να έχει – τουλάχιστον προς το παρόν – μια από τις πιο ‘φιλικές’ νομοθεσίες σχετικά με τις καταλήψεις: Ο ισχύων νόμος (μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δηλαδή στα τέλη του 2011, αφού επίκεινται σημαντικές αλλαγές, όπως θα δούμε παρακάτω) θεωρεί την κατάληψη ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου (όπου εγκαταλελειμμένο, το να είναι σε απραγία για πάνω από τρεις μήνες) χωρίς την παραβίαση εξωτερικής πόρτας ή παραθύρου (κοινώς, το κτίριο να είναι ξεκλείδωτο) ώς μια αστική διαφορά (civil matter) μεταξύ ιδιοκτήτη και καταληψιών, η οποία μπορεί να λυθεί μόνο στα δικαστήρια. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η αστυνομία δεν έχει καμία δικαιοδοσία να παρέμβει.

Για την ιστορία, ο νόμος αυτός φαίνεται να έχει τις ρίζες του σε ένα εθιμοτυπικό νόμο που προηγείται της βιομηχανικής επανάστασης (αν και δεν είναι πλήρως εξακριβωμένο το κατά πόσο ίσχυε ήδη από τότε), σύμφωνα με τον οποίο, οποίος-α κατάφερνε να χτίσει ένα σπίτι μεταξύ της ανατολής και της δύσης του ηλίου είχε το δικαίωμα να είναι σε αυτό και δεν ήταν δυνατή η έξωσή του (βλ. και Colin Ward 2002).

Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία κινημάτων κατάληψης γης και στέγης εκτείνεται εντυπωσιακά πίσω στο χρόνο: από την εξέγερση των αγροτών του 1381, στο περίφημο κίνημα των σκαπανέων (Diggers) του 17ου αιώνα. Το κίνημα αυτό προώθησε την έμπρακτη επαναοικοιοποίηση της γης και την καλλιέργειά της (εξ’ ου και το όνομα του) προς κοινό όφελος. Στις πόλεις της Βρετανίας τώρα, η κατάληψη στέγης παίρνει μαζικότατη μορφή μετά το πέρας των δύο παγκοσμίων πολέμων, και ειδικά μετά το πέρας του Δεύτερου (1945). Τότεχιλιάδες στρατιωτών επέστρέφαν στις πόλεις της χώρας και βρίσκαν μία χώρα βομβαρδισμένη (μεταξύ άλλων και τα δικά τους σπίτια πολλοί από αυτούς) καθώς κι ένα κράτος πρόνοιας ανίκανο να ικανοποιήσει το στοιχειώδες δικαίωμα της στέγης, κι έτσι η κατάληψη μισοβομβαρδισμένων ή εγκατελελημένων για αλλους λόγους κτιρίων έγινε συνήθης πρακτική.

…και ερχόμαστε είκοσι περίπου χρόνια μετά, στο 1968, που αποτελεί την επόμενη χρονιά-σταθμό για τις καταλήψεις στη χώρα. Ο αέρας του Γαλλικού Μάη φυσάει και λίγο προς Βορρά μεριά κι έτσι, κάποιες οργανωμένες προσπάθειες αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους, απαιτώντας (και εξασφαλίζοντας) ‘να μπούμε στα άδεια σπίτια’. Δεν είναι τυχαίο πως εκείνη την περίοδο ξεκινά μια -αποτυχημένη- προσπάθεια ποινικοποίησης των καταλήψεων, αλλά και ότι συγκροτούνται ομάδες όπως η ‘Συμβουλευτική Υπηρεσία Καταληψιών’ (Advisory Service for Squatters, δες αναφορές) η οποία εξακολουθεί να υπάρχει ως σήμερα.

Εδώ, κάτι-σαν-μια παρένθεση: ο μη ποινικός χαρακτήρας της κατάληψης ώς ενέργειας ισχύει τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ουαλία, αλλά όχι στη Σκωτία. Εκεί, οι καταλήψεις ποινικοποιήθηκαν με νόμο του 1865 (!) αμέσως μετά τις επονομαζόμενες ‘εκκαθαρίσεις των Highlands’ (Highland Clearances), μια γιγαντιαία επιχείρηση βίαιης μεταφοράς πλυθησμών από τα Highlands προς τα νότια, ή κι εκτός του νησιού ακόμα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί η εκεί γη για καλλιέργεια και άλλους αγροτικούς σκοπούς. Η ποινικοποίηση των καταλήψεων στη Σκωτία ίσως να εξηγεί, εν μέρει, την συγκριτικά μεγάλη παρουσία Σκωτσέζων άστεγων αλλά και καταληψιών, στο Λονδίνο και τις άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας μέχρι και σήμερα.

Κλείνει η παρένθεση και ερχόμαστε στο σήμερα! Η κατάληψη ως αμιγώς πολιτικό εγχείρημα είναι σχετικά ένα περιορισμένο φαινόμενο στη χώρα, σε αναλογία μάλλον με το σχετικά μικρό μέγεθος του κοινωνικού ανταγωνιστικού κινήματος (αναρχικοί-αντιεξουσιαστές-εξωκοινοβουλευτική αριστερά). Παρ’ όλα αυτά, ιδίως στα χρόνια που προηγήθηκαν της συνόδου του G8 στη Σκωτία, υπήρξε μια αρκετά συντονισμένη κίνηση δημιουργίας καταλήψεων ως κοινωνικά κέντρα, ως χώρων αντιπληροφόρησης και δράσης ενάντια στη σύνοδο (δες και Alessio L. 2007). Σήμερα, οι καταλήψεις με διάρκεια πέρα από λίγους μήνες/χρόνια είναι λίγες, αν και οι εξαιρέσεις είναι λαμπρές: μεταξύ τους, η κατάληψη 56a στο νότιο Λονδίνο, που έκλεισε πρόσφατα 20 χρόνια ζωής (http://www.56a.org.uk/). Οι καταλήψεις που υπάρχουν ανά πάσα στιγμή είναι πολύ δύσκολο να ‘χαρτογραφηθούν’ λόγω του σύντομου χαρακτήρα τους – μια προσπάθεια πάντως έχει γίνει εδώ https://londonscn.wordpress.com/2011/03/02/

Όμως, η συντριπτική πλειοψηφία των καταλήψεων στη Βρετανία δεν είναι, ούτε ήταν ποτέ αμιγώς ‘πολιτικές’, με την έννοια του ότι δεν εξέφεραν πολιτικό λόγο – αντίθετα, ήταν κυρίως καταλήψεις στέγης, αν και φυσικά σαν ενέργεια από μόνη της είναι κι αυτή εξόχως πολιτική. Πρόσφατα, η βρετανική κυβέρνηση (συνασπισμός συντηρητικών-φιλελεύθερων) εκτίμησε πως υπάρχουν πάνω από 20,000 καταληψίες στη χώρα. Ο πραγματικός αριθμός ίσως να είναι και μεγαλύτερος, σίγουρα τείνει να αυξηθεί γεωμετρικά, με τις βαθιές περικοπές στο βρετανικό κράτος πρόνοιας. Στα πλαίσια αυτά, αλλά και στο ευρύτερο πέπλο εκφασισμού που απλώνεται γρήγορα πάνω από το Νησί, ο νόμος περί καταλήψεων βρίσκεται υπό αναθεώρηση. Η επερχόμενη αλλαγή αυτού έρχεται να προστεθεί στη δραματική μείωση του αριθμού των μεταναστών που γίνονται δεκτοί στη χώρα, στις σαρωτικές περικοπές του όποιου κράτους πρόνοιας (χαρακτηριστικό παράδειγμα, το κλείσιμο του 80% των επονομαζόμενων youth clubs, χώρων ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης νέων – καθόλου τυχαία, λίγους μόλις μήνες πριν την εξέγερση του περασμένου καλοκαιριού). Υπολογίστε σε αυτά την αύξηση των προπτυχιακών διδάκτρων κατά 300% περίπου (από περίπου 3,000 λίρες ανά έτος σε 9,000, στα περισσότερα πανεπιστήμια) και οι τροπολογίες στο νόμο περί καταλήψεων καμία έκπληξη δε θα έπρεπε να προκαλούν – παρά μόνο έρχονται να συμπληρώσουν τη ζοφερή εικόνα του παζλ. Σύμφωνα με το νέο νόμο λοιπόν, ποινικοποιείται η κατάληψη κτιρίων που δεν έχουν χαρακτηριστεί ως εμπορικοί (commercial) χώροι. Το τι θα γίνει με τους τελευταίους είναι ακόμα προς διευθέτηση, την ώρα που ο νόμος έχει ήδη εγκριθεί από το ‘κάτω Σώμα’ του βρετανικού κοινοβουλίου (house of Commons, βουλή των κοινοτήτων) και απομένει η, τυπική περισσότερο, έγκρισή του από το ‘πάνω Σώμα’ (house of Lords, βουλή των λόρδων). Σε αντιστοιχία με τα ελληνικά δεδομένα, είναι περίπου σαν να έχει ψηφιστεί ένας νόμος από τη βουλή και να επίκειται η υπογραφή του από τον πρόεδρο της δημοκρατίας.

Το τι μορφή θα έχει τελικά ο νέος νόμος, αλλά και η ισχύς του στην πράξη, μας είναι ακόμα άγνωστα. Οι καταλήψεις στέγης (τουλάχιστον) θα είναι αδύνατο να μειωθούν – αντίθετα, οι περικοπές του κράτους πρόνοιας εγγυώνται, τρόπο τινά, πως ο αριθμός τους θα αυξηθεί – κι ο νέος νόμος με τη σειρά του εγγυάται πως αυτό θα γίνει με μια πρωτόγνωρης μορφής έντασης για τα βρετανικά δεδομένα. ‘Ο βρετανικός τρόπος αστυνόμευσης είναι διαμέσου της συναίνεσης’, είχε πει η Theresa May, υπουργός εσωτερικών των συντηρητικών, όταν ρωτήθηκε γιατί δε χρησιμοποιήθηκαν αντλίες νερού ή και σφαίρες ακόμα, για να αντιμετωπισθεί η εξέγερση του καλοκαιριού του 2011. Τώρα που η συναίνεση τελειώνει, το βρετανικό κράτος γεμίζει γρήγορα τη νομική του φαρέτρα. Από εδώ και πέρα λοιπόν, κάθε κατάληψη θα είναι εν δυνάμει πόλος αντίστασης στη λαίλαπα του εκφασισμού της βρετανικής κοινωνίας, κι απ’ ότι φαίνεται θα αντιμετωπίζεται ανάλογα. Τα ‘καλύτερα’, μάλλον, δε τα είδαμε ακόμα…

Αναφορές

Advisory Service for Squatters: Legal &practical advice for squatters and other homeless people. http://www.squatter.org.uk/

Alessio L. (2007) The Spring of Social Centres http://www.occupiedlondon.org/the-spring-of-social-centres/

Colin Ward (2002) Cotters and Squatters: The Hidden History of Housing. Nottingham: Five Leaves Publications

Diggers and Dreamers: The Guide to Communal Living in Britain – οδηγός ομαδικής συμβίωσης στη Βρετανία, με όνομα εμπνευσμένο από το κίνημα των Diggers του 17ου αιώνα. http://www.diggersanddreamers.org.uk/

Squash: Squatters Action for Secure Homes. http://www.squashcampaign.org/

 

αντώνης από occupiedlondon.org

 

Μία, εκατό, χιλιάδες καταλήψεις (μέρος 1α – Ιταλία)

Αναρτήθηκε: Δεκεμβρίου 22, 2011 από τον/την admin

Καταλήψεις, στέκια, οργανώσεις και συνελεύσεις γειτονιάς, κοινωνικά δίκτυα πόλης. Υπάρχουν στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Ισπανία αλλά και στην Αγγλία, στην Σουηδία, στη Δανία, σε όλη την Ευρώπη.

Κέντρα αγώνα, σημεία αναφοράς στην ιστορία των κοινωνικών κινημάτων, χώροι που δημιουργούνται από “τα κάτω” για τους “από κάτω”.

Προσπαθήσαμε να συγκεντρώσουμε κείμενα που αναφέρονται στην ιστορία των ελεύθερων χώρων σε πολλές χώρες της Ευρώπης, με σκοπό να δείξουμε την διαχρονική σημασία τους, να προσπαθήσουμε να αναδείξουμε το ρόλο που παίξαν ιστορικά, αλλά και να τονίσουμε τη σημασία τους για το σήμερα και, κυρίως, για το αύριο.

Το “αφιέρωμά” μας ξεκινάει με ένα κείμενο που αναφέρεται στα κοινωνικά κέντρα της Ιταλίας και τις άσπρες στολές τους. Το κείμενο το “κλέψαμε” από την εφημερίδα Brand που κυκλοφορεί στην Σουηδία και το μεταφράσαμε. Λόγω του μεγέθους του, αποφασίσαμε να το χωρίσουμε σε δύο μέρη.

Το κόμμα της γειτονιάς

Τα κοινωνικά κέντρα προέκυψαν από την εξάπλωση των εργατικών αγώνων από τα εργοστάσια στην κοινωνία. Έχουν επιβιώσει μέσα από πολλές περιόδους, νικώντας τόσο την καθημερινότητα όσο και την καταπίεση. Και κάθε φορά που οι αγώνες έρχονται στο προσκήνιο αποτελούν ένα ξεκάθαρο κέντρο τους. Πώς, όμως, ιστορικά έφτασαν να έχουν πάρει αυτό τον ρόλο;

 

Το βιντεοκλίπ της Laura παίζει όλη μέρα στο ιταλικό MTV. Η καριέρα της Laura Abeles σημειώνει ανοδική πορεία από τότε που συμμετείχε στο φεστιβάλ “ελαφρού” τραγουδιού (σ.σ. σαν τη Eurovision) στο San Remo. Στο βίντεο του τραγουδιού Basta! φεύγει από το κοινωνικό κέντρο Factory στη Ρώμη. Την ακολουθούν βιαστικά πολλοί φίλοι από το κοινωνικό κέντρο και προσπαθούν να την κρατήσουν ώστε να μη φύγει. Κρεμιούνται πάνω της, την τραβάνε από το παλτό, την παρακαλούν. Αλλά αυτή προχωράει, θέλοντας να συμβολίσει την μετάβαση από την υποκουλτούρα στο mainstream και τη διασημότητα. Τα κοινωνικά κέντρα αποτελούν ένα γενικό σημείο αναφοράς στην Ιταλία και η εικόνα που φαίνεται προς τα έξω είναι τοίχοι γεμάτοι γκραφίτι, ημιπαράνομες συναυλίες σε εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτήρια. Οι περισσότεροι νέοι έχουν πάει στα κοινωνικά κέντρα για κάποιο θεατρικό έργο, φεστιβάλ τέκνο ή χιπ-χοπ. Τα κοινωνικά κέντρα αποτελούν βασικό κομμάτι της ιταλικής μουσικής σκηνής, είναι το έδαφος στο οποίο “φυτρώνει” η ανεξάρτητη μουσική σκηνή. Στην Ιταλία υπάρχουν περισσότερα από 200 κέντρα σχεδόν σε όλες τις μεγάλες πόλεις.

 

Υπάρχει όμως και μια άλλη εικόνα, αρκετά διαδεδομένη, για τα κοινωνικά κέντρα: αυτή του πολιτικού υποκειμένου της άκρας αριστεράς. Εκεί που η Laura γύρισε το βιντεοκλίπ της, στέκεται στις 28 Ιανουαρίου ο γενικός γραμματέας του σωματείου μεταλλωρύχων Maurizio Landini στο κοινωνικό κέντρο Rivolta. Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους οι εργαζόμενοι της Fiat απειλούνται από τη μεταφορά του τοπικού εργοστασίου κάτι που ενδιέφερε όχι μόνο τους ανασφαλείς εργαζομένους αλλά και φοιτητές και ακτιβιστές από το κέντρο. Ο Maurizio Landini ζήτησε βοήθεια από τους φοιτητές μετά το χειμωνιάτικο κύμα των καταλήψεων που διαμαρτύρονταν για την εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης. Ο Landini περιόδευσε στα κοινωνικά κέντρα με σκοπό να ζητήσει τη στήριξή τους για την επερχόμενη γενική απεργία και για να ενισχύσουν την κοινή προσπάθεια Uniti contra la crisi (Ενωμένοι κόντρα στην κρίση). Και δεν είναι ο μόνος που χτυπάει την πόρτα των κοινωνικών κέντρων. Μέχρι και ο αρχηγός κόμματος Nichi Vendola έχει επισκεφθεί το κέντρο τον τελευταίο χρόνο για να ζητήσει τη στήριξη σχετικά με τη νέα προσπάθεια του κόμματός του για την αναγέννηση της ναυαγισμένης αριστεράς.

 

Πώς κολλάνε αυτές οι δύο όψεις; Από τη μία μεριά τα κοινωνικά κέντρα ως ελεύθεροι χώροι υποκουλτούρας και από την άλλη ως πολιτικά υποκείμενα; Ο σύνδεσμος βρίσκεται στον αγώνα στη γειτονιά και στην υποστήριξη της τοπικής κοινωνίας.

 

Leoncavallo

Πετάμε παιχνίδια σε πλαστικές ασπίδες, σπρώχνουμε, χτυπάμε, πειραματιζόμαστε. Οι φίλοι μας έχουν φορέσει τις άσπρες φόρμες τους, παίρνουν τις ασπίδες από αφρολέξ και τα κράνη τους. Θα πετύχει άραγε αυτή η στρατηγική; Είναι άνοιξη του 2001. Είμαστε μια ομάδα Σουηδών ακτιβιστών που βρίσκεται στο Μιλάνο για μια διεθνή συνάντηση στο κοινωνικό κέντρο Leoncavallo. Ο στόχος μας είναι να κινητοποιήσουμε τον κόσμο σχετικά με τη σύνοδο του Γκέτεμποργκ και να πάρουμε ιδέες και έμπνευση. Οι κινητοποιήσεις του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης ενάντια στη σύνοδο της Παγκόσμιας τράπεζας στην Πράγα έχει γίνει μόλις δύο μήνες πριν. Εκεί είχαμε τους Γερμανούς αυτόνομους στο μαύρο μπλοκ, το αγγλικό κόκκινο καρναβαλομπλόκ Reclaim the streets και τους Ιταλούς από τα κοινωνικά κέντρα με τις άσπρες στολές γεμάτες βάτα όλοι από αντίθετες κατευθύνσεις μπλοκάραμε αποτελεσματικά τη σύνοδο κορυφής. Μια ποικιλία τακτικών δοκιμάστηκαν “στο δρόμο”. Τώρα ξανασυναντιόμαστε στο Leoncavallo. Το Leoncavallo είναι το πρώτο, το μεγαλύτερο και το πιο γνωστό κοινωνικό κέντρο. Σαν μια μικρή Κριστιανία σε ένα κτήριο. Περίπου εκατό φορές μεγαλύτερο από το kafe 44 (σ.σ. “αναρχική” καφετέρια στη Στοκχόλμη). Στο εστιατόριο κάθονται οι ηλικιωμένοι εργάτες μαζί με παιδιά και τρώνε μακαρόνια. Στη βιβλιοθήκη αναμειγνύονται η βαριά θεωρία με μαλακά ναρκωτικά, φυτά μαριχουάνας συμβιώνουν με τα βιβλία του Νέγκρι. Στο χώρου θεάτρου προβάρεται ένα θεατρικό. Αργότερα το βράδυ θα γίνει ένα rave πάρτι με μερικές χιλιάδες άτομα στον συναυλιακό χώρο. Στον εξωτερικό χώρο της καφετέριας συνεχίζονται οι συζητήσεις και δοκιμάζουμε τις άσπρες στολές που θα φορέσουμε στη διαδήλωση.

 

Αυτή είναι η πρώτη μου επίσκεψη σε ένα κοινωνικό κέντρο. Αλλά θα ακολουθήσουν πολλές τα επόμενα 10 χρόνια. Τον επόμενο χρόνο ξαναερχόμαστε στην Ιταλία, για το ευρωπαϊκό κοινωνικό φόρουμ. Οι άσπρες στολές βρίσκονται στο ράφι και η εκστρατεία των κοινωνικών κέντρων λέγεται τώρα “Οι Ανυπάκουοι”. Κάθομαι στο πάνελ της ομιλίας, αυτή την φορά για να κινητοποιήσω τον κόσμο για την σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής ένωσης στη Κοπεγχάγη. Αυτή την φορά είναι καλύτερα, το κίνημα των ανυπάκουων αποφάσισε να ταξιδέψει στην σύνοδο κορυφής.

 

Έχουμε κανονίσει μία συνάντηση στον κλασσικό αυτόνομο ραδιοσταθμό Radio Sherwood στην Padua, με τον Luca Casarini εκπρόσωπο του κινήματος των ανυπάκουων και των κοινωνικών κέντρων της βορειοανατολικής Ιταλίας. Ο Λούκα προσπαθεί να μας “διδάξει” σχετικά με το ποια αιτήματα πρέπει να θέσουμε, πώς πρέπει να οργανώσουμε την διαδήλωση, ποιες τακτικές πρέπει να χρησιμοποιήσουμε. Οι σύντροφοι μου γίνονται έξω φρενών και φεύγουν. Εγώ προσπαθώ προσεκτικά να επισημάνω ότι εδώ και ένα χρόνο δουλεύουμε για αυτή την κινητοποίηση, όλα τα σχέδια μας είναι ήδη έτοιμα και τα δίκτυα οργάνωσης ήδη χτισμένα.

 

Το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, τα κοινωνικά φόρουμ, οι επιτυχίες των βιβλίων “No logo” και “Imperiet” έχουν ανοίξει ένα νέο πολιτικό χώρο. “Τώρα πρέπει εμείς ως κοινωνικά κέντρα να το γεμίσουμε με τις πράξεις μας. Για μας αυτό αποτελεί μια ευκαιρία να διευρύνουμε τις συγκρούσεις μας”, λέει ο Luca.

 

Πάνω σε αυτό το σημείο συμφωνώ. Είμαι εντυπωσιασμένος απο το πώς οι Ιταλοί αυτόνομοι επιτυγχάνουν να διαμορφώσουν πολιτικές, ανοιχτές και αισθητές καμπάνιες σε όλη την Ιταλία. Από το ότι καταφέρνουν να γίνουν μία πολιτική δύναμη που παίζει ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή. Πώς εδώ και πολλά χρόνια χρησιμοποιούν τις άσπρες στολές, ως μια παρέμβαση στο κίνημα εναντίων της παγκοσμιοποίησης; τους ανυπάκουους ως για να διαμαρτυρηθούν μέσω του αντιπολεμικού κινήματος, το senza volto για να δώσουν φωνή στους μετανάστες χωρίς χαρτιά, στους “μαύρους” εργαζόμενους και στους άστεγους στις δημοτικές εκλογές στη Ρώμη. Ή ακόμα το “Ενωμένοι ενάντια στην κρίση” σήμερα, στις διαδηλώσεις ενάντια στην λιτότητα και στη μείωση παροχών.

 

– “Κάθε πολιτική καμπάνια έχει μια ημερομηνία λήξης. Αποτελεί μία άμεση παρέμβαση σε ένα ευρύτερο κοινωνικό θέμα. Έτσι ένα ζήτημα δεν μπορεί να γίνει αυτοσκοπός παρά μόνο είναι προσωρινό πρότζεκτ”, εξηγεί ο Λούκα στην συνάντηση μας. Έτσι, άφησαν στην άκρη τις άσπρες στολές τους στην Γένοβα.

 

Αυτές οι παρεμβάσεις συνοψίζονται συχνά σε μια ετήσια εθνική συνάντηση στο κοινωνικό κέντρο Rivolta που βρίσκεται έξω από τη Βενετία. Τους επισκέπτομαι κάθε χρόνο. Σ’ αυτές τις συναντήσεις ο σκεπτικισμός μου αρχίζει να εντείνεται διότι είναι μεγάλες και μοιάζουν συνήθως περισσότερο τελετουργίες παρά εργαστήρια δημιουργίας. Δεκαπέντε άνθρωποι κάθονται στο πάνελ και διαβάζουν κείμενα σχετικά με την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει το κίνημα. Οι ίδιες προτάσεις. Όλα είναι καινούρια, αλλά τίποτα δεν είναι όντως καινούριο – μόνο τα σύμβολα και οι λέξεις αλλάζουν. Οι θεωρίες γίνονται ψυχρή ιδεολογία. Και είναι εκπληκτικό το πόσο λανθασμένη είναι η κατάληξη των πολιτικών αναλύσεων. Όπως, για παράδειγμα, η πίστη σε ένα νέο Ευρωπαϊκό σύνταγμα. Ή οι αποτυχημένες προσπάθειες συνεργασίας με τα κόμματα οι οποίες πάντα έχουν ως αποτέλεσμα την εξαπάτηση από αυτά. Ή τα συνθήματα όπως “ελευθερία” και “αυτοδιάθεση” που έχουν στόχο να “κλέψουν” οπαδούς της Λίγκα του Βορρά.

 

Παρόλα αυτά, πάντα υπάρχει μια μέση οδός σε κάθε κοινωνικό αγώνα στην κοινωνία. Όταν παραστρατούν πάντα υπάρχει κάποιος που θα τους επαναφέρει στο “σωστό δρόμο”. Αναγκάζοντας το “υπεροικοδόμημα” να σκεφτεί ξανά. Να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. Σταματώντας τον πομπώδη φιλοσοφικό λόγο και διορθώνοντας τις μεγάλες ιδεολογικές αφηγήσεις. Μου πήρε χρόνο μέχρι να το αντιληφθώ. Και αυτό έγινε όταν άρχισα να ταξιδεύω στα κοινωνικά κέντρα και να παρακολουθώ την καθημερινή τους πρακτική, τη δουλειά τους με τα σωματεία βάσης, τοπικές συνελεύσεις, την οργάνωσή τους στο μεταναστευτικό θέμα. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω πως κρατιούνται στον σωστό δρόμο. Υπάρχει η ικανότητα της αυτοκριτικής. Όταν οι θεωρητικοί δείχνουν πως μια κατεύθυνση και οι αγώνες προς μια άλλη – τότε οι θεωρητικοί πρέπει να κάνουν πίσω. Η πράξη πάντα διορθώνει τη θεωρία, οδηγώντας την ξανά στο σωστό δρόμο. Αυτό είναι το φάρμακο για να μη γίνουν οι λάθος θεωρίες ιδεολογία. Έτσι η πολιτική βρίσκει τις ρίζες της, την αρχή της: τα πλοκάμια προς την κοινωνία τα οποία επιτρέπουν στα κοινωνικά κέντρα να λειτουργούν ως το “κόμμα της γειτονιάς”.

Μία, εκατό, χιλιάδες καταλήψεις (μέρος 1β – Ιταλία)

Αναρτήθηκε: Δεκεμβρίου 23, 2011 από τον/την V.

Ακολουθεί το δεύτερο μέρος του κειμένου για τους ελεύθερους χώρους στην Ιταλία. Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

Το πρώτο κύμα

Τα κοινωνικά κέντρα γεννήθηκαν από την κρίση της αριστεράς το ’68 και έχουν αποκτήσει μια αξιοσημείωτη ικανότητα να επιβιώνουν σε περιόδους κρίσης, όταν η υπόλοιπη αριστερά καταρρέει. Το 1968 ήταν ο χρόνος των πανεπιστημιακών εξεγέρσεων ο οποίος ακολουθήθηκε από το “θερμό φθινόπωρο” του 1969 που ήταν χρόνος εργοστασιακών εξεγέρσεων. Οι εργάτες στους ιμάντες μεταφοράς και οι φοιτητές ήταν οι κοινωνικές ομάδες που αποτέλεσαν την ραχοκοκαλιά της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Από τα δύο αυτά χρόνια εξεγέρσεων προέκυψε μια σειρά αριστερών ομάδων: μαρξιστές – λενινιστές, μαοϊστές, οπεραιστές, αντιιμπεριαλιστές όλων των τάσεων. Όλες αυτές οι οργανώσεις λειτούργησαν ως μικρά κόμματα με οπαδούς με στρατιωτική πειθαρχία, που αναμασούσαν την κομματική κατήχηση με το βλέμμα τους καρφωμένο στις άγριες εργατικές απεργίες στα μεγάλα εργοστάσια. Οι παρεμβάσεις στα εργοστάσια και ο “πόλεμος των εργοστασίων” – “το κόμμα των εργοστασίων”, το οποίο στόχευε σε δράσεις από τη βάση από τους ίδιους τους εργάτες – απέκτησαν προτεραιότητα. Και αυτό δούλεψε: οι μισθοί ανέβηκαν, η παραγωγή στα εργοστάσια έπεσε κατακόρυφα, τα αφεντικά έχασαν τον έλεγχο. Οι εργοδότες χρειάστηκαν μερικά χρόνια για να οργανώσουν την αντεπίθεσή τους, κι αυτό έγινε με μαζικές απολύσεις, αύξηση της αποδοτικότητας, αναδιαρθρώσεις και κλεισίματα εργοστασίων.

Η ανάπτυξη έγινε αρχικά στο Μιλάνο. Η ανεργία αυξήθηκε, οι εργαζόμενοι που δούλευαν σε μικρά εργοστάσια και η μαύρη εργασία αυξήθηκαν. Το 1975 η κρίση του “κόμματος του εργοστασίου” είναι γεγονός, και τα κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς διαλύθηκαν το ένα μετά το άλλο. Οι παλιοί αγωνιστές οδηγήθηκαν σε ένα νέο κίνημα, την Autonomia Operaia, βασισμένη στην νέα σύνθεση των τάξεων. Οι νέοι αγώνες άνθισαν έξω από τα εργοστάσια, στα προάστια του Μιλάνου. Η απουσία σταθερού μισθού οδήγησε στη μη πληρωμή ενοικίου, στην άρνηση πληρωμής ολόκληρου εισιτηρίου για τον κινηματογράφο και για τα μέσα μαζικής μεταφοράς, πράγματα που βοηθούν ώστε να θεωρείται επαρκές το εισόδημα των εργαζομένων. Γιατί να μην πληρώνουμε μόνο το μισό εισιτήριο; Ή το μισό λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος. Γιατί να τα πληρώνουμε όλα – Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω! Σπίτια καταλήφθηκαν και οι οργανώσεις ενάντια στις εξώσεις τα υπερασπίστηκαν. Όλοι αυτοοργανώθηκαν σε συνοικιακές οργανώσεις. Στα προάστια δημιουργήθηκε μια γενιά η οποία ούτε ούτε είχε πάει πανεπιστήμιο ούτε είχε δουλέψει στα μεγάλα εργοστάσια. Συναντήθηκαν στα μεγάλα progressive φεστιβάλ, εμπνευσμένοι από την beat κουλτούρα και τους καταστασιακούς. Αλλά η διαφορά με το αμερικανικό κίνημα των χίπις ήταν ότι αυτοί ήταν παιδιά της εργατικής τάξης και η συνάντησή τους με τους αριστερούς αγωνιστές τους πολιτικοποίησε. Με επίγνωση του ταξικού παρελθόντος τους, έχτισαν στα 70s προλεταριακές ομάδες νέων (circoli del proletariato giovanile) σε κάθε προάστιο.

Τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια στις εργατικές περιοχές καταλήφθηκαν ξανά από τις συνοικιακές επιτροπές και τις προλεταριακές ομάδες νέων όταν ξέσπασε με ένα κύμα καταλήψεων το 1975-76. Οι καταλήψεις αυτές ονομάστηκαν κοινωνικά κέντρα. Αυτά τα δύο χρόνια γύρω στα 20 κοινωνικά κέντρα δημιουργήθηκαν στα προάστια του Μιλάνο. Μέσα από αυτό το κύμα άρχισε τη λειτουργία του και το Leoncavallo, ένα κέντρο με βαθύτατη επιρροή στο κομμάτι των παραδοσιακών εργοστασιακών εργατών. Το πιο “ορθόδοξο” (σ.σ. δε συμβιβάζεται εύκολα, είναι της “παλιάς σχολής”). Οι εργοδότες, οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Κομμουνιστές είχαν ιδρύσει ήδη πολιτιστικά κέντρα και Σπίτια του Λαού, στοχεύοντας στο να γεμίσουν τον ελεύθερο χρόνο των εργαζομένων. Αλλά τα κοινωνικά κέντρα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό, ήταν αυτοοργανωμένα και αντιιεραρχικά δομημένα. Εδώ μπορούσαν συνελεύσεις γειτονιάς, θεατρικές ομάδες, συλλογικοί παιδικοί σταθμοί, κέντρα απεξάρτησης και εναλλακτικές αγορές να βρούνε χώρο, και να οργανωθούν άμεσα από τους ανθρώπους της γειτονιάς. Τα ανοιχτά κοινωνικά κέντρα είχαν ακόμα μεγαλύτερη απήχηση από τις ομάδες των νέων και τις συνοικιακές επιτροπές.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 70 η Ιταλία έζησε μια περίοδο τρομερής πόλωσης. Τα δυο μεγαλύτερα κόμματα, οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Κομμουνιστές, έκαναν κυβέρνηση συνεργασίας για χάρη της σταθερότητας στη χώρα. Η συναινετική πολιτική ανέδειξε ως μόνη αντιπολίτευση την Autonomia Operaia, η οποία σύντομα έγινε η κυρίαρχη δύναμη στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Κομμάτια του κινήματος κλιμάκωναν τις σύγκρουση με το κράτος. Η μεγάλη καταπίεση που δέχτηκαν δεν άργησε να επιφέρει τη ριζοσπαστικοποίηση και από τις μαζικές κινητοποιήσεις επέλεξαν το δρόμο του ένοπλου αγώνα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 πολλοί αυτόνομοι ακτιβιστές φυλακίστηκαν και οι περισσότεροι από τα “στελέχη” του κινήματος μετακόμισαν στην Γαλλία. Το κίνημα ήταν πια νεκρό και τα μόνα που επέζησαν ήταν τα κοινωνικά κέντρα.

 

Η έξοδος από την απομόνωση

Ξανασυναντώ τον Luca Casarini. Κάθεται στο Radio Sherwood και πίνει τον καφέ του στο διάλειμμα μεταξύ δύο συναντήσεων. Έχουν περάσει έξι χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση. Πλέον τον ξέρω καλύτερα και μπορώ να του θέσω κάποιες πιο κριτικές ερωτήσεις. Ποιά είναι η δράση του κέντρου πέρα από της εκστρατείες; Ποιά είναι η σχέση που έχει αυτός με αυτές;

– “Η δύναμη της Autonomia Operaia ήταν η στήριξη της γειτονιάς. Αλλά όταν η γενιά μου ήταν ενεργή στα μέσα της δεκαετίας του ’80, το κίνημα καταστράφηκε. Δεν γινόταν να οργανώσουμε συναντήσεις στα πανεπιστήμια ή στις πλατείες χωρίς να κάνει έφοδο η αστυνομία και να διακόψει ό,τι κάναμε”, εξηγεί.

Τη δεκαετία του ’80 επικρατούσε μηδενική ανοχή, ο ελεύθερος χώρος για μια ριζοσπαστική πολιτική ήταν ελάχιστος. Παρόλα αυτά τα κοινωνικά κέντρα διαδόθηκαν σε όλη την Ιταλία κυρίως με την βοήθεια των πανκς. Αλλά πλέον δεν υπάρχουν ανοιχτά κέντρα στις συνοικίες. “Οι τοίχοι των κοινωνικών κέντρων υψώθηκαν”, έγιναν προμαχώνες που λειτουργούσαν ως ελεύθεροι χώροι μέσα σε μια εχθρική νεοφιλελεύθερη κοινωνία. Ήταν το καταφύγιο όλων αυτών που δεν άντεχαν το σκληρό περιβάλλον που είχε διαμορφώσει η δεξιά.

– “Το 1986 ξέσπασε ένα κύμα διαμαρτυρίας στα γυμνάσια και λύκεια, πρώτα στην Γαλλία και έπειτα στην Ιταλία. Ήμασταν πέντε μαθητές – διαδηλωτές που αποφασίσαμε να καταλάβουμε μόνοι μας ένα κτήριο. Αυτή ήταν η “γέννηση” του κοινωνικού κέντρου Pedro”, λέει ο Luca.

Ταυτόχρονα καταλήφθηκε το Forte Prenestino στην Ρώμη. Όταν έπειτα ξέσπασε ένας νέος κύκλος αγώνα, αυτή τη φορά στα πανεπιστήμια, το 1990 το “Κίνημα του πάνθηρα”, γεννήθηκε από το κύμα των καταλήψεων σε όλη την Ιταλία. Αυτά τα λέγαμε κοινωνικά κέντρα δεύτερης γενιάς. Για πρώτη φορά μετά από 10 χρόνια υπήρχε ένα κίνημα ξανά στο δρόμο.

Ταυτόχρονα κατέρρευσε και το ιταλικό πολιτικό συναινετικό σύστημα. Σκάνδαλα διαφθοράς και σχέσεις με τη μαφία αποκαλύφθηκαν και ανάγκασαν τα δυο μεγάλα κόμματα, τους Χριστιανοδημοκράτες και το Κομμουνιστικό κόμμα, να καταρρεύσουν στην αρχή της δεκαετίας του ’90. Μέσα από την αναταραχή προέκυψαν αρκετά νέα πολιτικά κόμματα. Ο Μπερλουσκόνι έκανε την εμφάνισή του ως πολιτική δύναμη, οι νεοφασίστες του MSI έγιναν κοινωνικά αποδεκτοί και η αυτονομιστική Λίγκα του βορρά μεγάλωσε σαν χιονοστιβάδα. Αλλά αυτά τα γεγονότα ενεργοποίησαν και ένα αυτόνομο κίνημα το οποίο βγήκε από τα κοινωνικά κέντρα και κατέβηκε στο δρόμο.

– “Ακολούθησε μια συζήτηση μέσα στα κοινωνικά κέντρα σχετικά με το πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από την απομόνωση, πώς να αποφύγουμε να γίνουμε γκέτο. Όταν εμφανίστηκε το “Κίνημα του πάνθηρα” επιλέξαμε να πάμε σ’ αυτούς αντί να έρθουν αυτοί σε μας. Ανακαινίσαμε την κουζίνα του Pedro και τη βάλαμε μέσα στο κατειλημμένο ίδρυμα ψυχολογίας. Μέσα σε τρεις μήνες το πανεπιστήμιο ήταν κατειλημμένο και εμείς σερβίραμε φαγητό. Όταν οι φοιτητικές διαδηλώσεις σταμάτησαν το Pedro γέμισε με καινούργιους ακτιβιστές”, λέει ο Luca.

Στη συνέχεια ήρθαν νέες επιρροές.

– “Η εξέγερση των Ζαπατίστας που ξέσπασε στην Chiapas το 1994, έδωσε νέες ιδέες και μια εντελώς νέα γλώσσα επικοινωνίας που βοήθησαν στο να δουλέψουμε την εξωστρέφειά μας και την διείσδυσή μας στην κοινωνία”, λέει ο Luca.

Εμπνευσμένοι από τη συνεργασία των Ζαπατίστας με την τοπική κοινωνία, τα κοινωνικά κέντρα άρχισαν να συνδέονται στενότερα με τους κοινωνικούς αγώνες στις συνοικίες και στα τοπικά κοινωνικά κινήματα. Η πρόσβασή τους στις τοπικές συνελεύσεις, στα τοπικά κανάλια επικοινωνίας (ραδιόφωνο, ιστοσελίδες, δίκτυο επαφών) και στους κύκλους των ακτιβιστών αποτέλεσαν πολύτιμα εφόδια για τις τοπικές κοινωνίες. Τα κοινωνικά κέντρα, ανεξαρτήτου ιδεολογικών τάσεων, έγιναν ξανά ένας τόπος στον οποίο οι συνοικιακές επιτροπές μπορούσαν να συναντηθούν, οι νεοεισερχόμενοι μετανάστες να μάθουν ιταλικά, οι ντόπιοι έμποροι οικολογικών προϊόντων να βρούνε χώρο να πουλήσουν τα προϊόντα τους, τα παιδιά να παίξουν ποδόσφαιρο ή να πάνε στο γυμναστήριο και οι επιτροπές ειρήνης να πάρουν χρόνο προβολής στο τοπικό ραδιόφωνο.

 

Έφοδος και επαναπροσανατολισμός

Η “μαύρη” δεκαετία του ’80 είχε περάσει. Τα κοινωνικά κέντρα άρχισαν να παίρνουν θέση στην κοινωνία ξανά. Τα περισσότερα αυτοδιαχειριζόμενα κατειλημμένα κοινωνικά κέντρα της εποχής εμφανίστηκαν κατά την περίοδο ’90-’93. Το βάπτισμα του πυρός δόθηκε όταν ο δήμαρχος της Λίγκας του βορρά διακήρυξε τον πόλεμο στα κοινωνικά κέντρα. Ο δήμαρχος δήλωσε πως από δω και στο εξής οι καταλήψεις θα υπάρχουν μόνο ως φαντάσματα στην πόλη του. Οι εξώσεις έδωσαν αφορμή για μία από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις στην ιστορία του Μιλάνου. Οι ακτιβιστές έδωσαν βάση στα λεγόμενα του δημάρχου και φόρεσαν τις άσπρες στολές τους. Το κύμα της ακτιβιστικής δράσης – όχι πολύ διαφορετικό από ότι συνέβη έπειτα από την έξωση της κατάληψης Ugndomshuset στην Κοπεγχάγη – είχε ως αποτέλεσμα η κατάληψη Leoncavallo να πάρει γρήγορα ένα καινούριο μεγαλύτερο και καλύτερο κτήριο για να αποκατασταθεί η τάξη στην πόλη.

Αλλά η ερώτηση είναι πώς κατάφεραν τα κοινωνικά κέντρα να επιβιώσουν ενώ το κίνημα είχε διασπαστεί; Πώς ξεπερνιέται η περίοδος της ύφεσης ενώ όλα τα κέντρα απειλούνται με εξώσεις; Πρέπει τα κοινωνικά κέντρα να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για να νομιμοποιηθούν ή πρέπει να συνεχίσουν πεισματικά τη ζωή τους παίρνοντας όλα τα ρίσκα ως καταλήψεις; Οι περισσότερες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις έγιναν το 1998 σε μια συνέλευση στο νέο Leoncavallo, εκεί θεσπίστηκε μια στρατηγική απόφαση – συμφωνία. Η Carta di Milano περιγράφει πώς πρέπει να γίνει η προσπάθεια για διεύρυνση του πολιτικού χώρου των κοινωνικών κέντρων, μεταξύ άλλων και με το να έχουν δικούς τους υποψηφίους στις λίστες των κομμάτων. Μέσω αυτής της απόφασης εκπροσωπήθηκαν στα δημοτικά συμβούλια του Μιλάνο, της Ρώμης και της Βενετίας οι οποίοι αποτελούσαν μια “κοινοβουλευτική ασπίδα” για τα κέντρα.

– “Με την Carta di Milano έγινε μια προσπάθεια να ξεφύγουμε από την καταστρεπτική δυναμική με το τρίπτυχο “σύγκρουση – καταπίεση – αγώνας ενάντια στην καταπίεση” και να αρχίσουμε μια άλλου είδους ανάπτυξη. Έτσι οι κοινωνικές συγκρούσεις έγιναν πρότζεκτ τα οποία μπορούσαν να οδηγήσουμε σε ένα φαύλο κύκλο “σύγκρουσης – πρότζεκτ – ανάπτυξης των δικαιωμάτων” ”, λέει ο Luca Casarini.

Ένα νέο βήμα για τα κοινωνικά κέντρα που προέκυψε από την Carta di Milano ήταν το να δουλεύουμε όχι μόνο τοπικά στη συνοικία αλλά και να οργανώνουμε εθνικές εκστρατείες καθώς και να αναμιχθούμε στην κεντρική πολιτική σκηνή. Ένα από τα αποτελέσματα της συνέλευσης του Μιλάνο ήταν μια συλλογική εκστρατεία σχετικά με τους επισφαλείς εργαζόμενους – καθώς οι περισσότεροι επισκέπτες των κέντρων δεν είχαν μόνιμη δουλειά. Το κοινό σύμβολο του αγώνα ήταν οι άσπρες στολές, οι οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί πιο πριν από την ομάδα περιφρούρησης του Leoncavallo. Τα κέντρα που είχαν συμφωνήσει την Carta di Milano άρχισαν να πειραματίζονται με νέους τρόπους σύγκρουσης και με το πως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ευρύτερη συναίνεση γύρω από ριζοσπαστικές πρακτικές. Αυτό οδήγησε σε κοινωνικούς πειραματισμούς με αντιπαραθέσεις χωρίς βία αλλά με πολιτική ανυπακοή. Οι άσπρες στολές κινήθηκαν στα όρια μεταξύ άμεσης δράσης και συμβολικών διαμαρτυριών. Οι μαζικές δράσεις ήταν συχνά εντυπωσιακές: εισβολές και σαμποτάζ σε νεόκτιστα κέντρα κράτησης προσφύγων ή σπασίματα των κόκκινων ζωνών της αστυνομίας σε διάφορες συνόδους κορυφής.

Πίσω και πέρα από τις εκστρατείες

Πολλά κοινωνικά κέντρα είναι σκεπτικά για τις πολιτικές εκστρατείες και έχουν επιλέξει να σταματήσουν να συμμετέχουν. Είτε λόγω του ότι δεν πίστευαν σ’ αυτό τον τρόπο δράσης είτε γιατί είχαν άλλη πολιτική γραμμή. Η διαφορά μεταξύ των κοινωνικών κέντρων είναι μεγάλη, κάποια είναι περισσότερο απολίτικα και πολιτιστικά, άλλα είναι πιο πολιτικά με λενινιστική ή αναρχική ιδεολογία. Κάθε κύκλος αγώνων δημιουργεί νέα κέντρα, τα οποία συσσωρεύουν εμπειρίες από τους αγώνες στην καθημερινή ζωή και τις χρησιμοποιούν στο νέο κύμα αγώνων που θα έρθει. Σε μια συνάντηση μεταξύ διαφορετικών γενιών καταληψιών στο kafe Hängmattan στην Στοκχόλμη το φθινόπωρο του 2009, ο Rocco από το κέντρο Crash μας μίλησε για τον διαρκή αγώνα τους με στόχο να δημιουργήσουν ένα κοινωνικό κέντρο στην Bologna. Το Crash όχι μόνο δεν είναι μέλος των κέντρων της Carta di Milano αλλά είναι ένα κέντρο της παλιάς σχολής με ρίζες στην Autonomia Operaia.

Η πρώτη μικρής διάρκειας κατάληψη σε αυτό το κέντρο έγινε το Νοέμβριο του 2003 και τα επόμενα πέντε χρόνια κάθε χρόνο καταλάμβαναν νέα κτήρια αφού τους έδιωχναν από τα παλιά. Σιγά σιγά η συλλογικότητα αναγνωρίστηκε ως μια πολιτική δύναμη του δήμου.

– “Με κάθε κατάληψη ισχυροποιούσαμε τη θέση μας και μεγαλώναμε τη συλλογικότητα για να κάνουμε την επόμενη κατάληψη ώστε να ασκούμε διαρκή πίεση στον δήμαρχο της Bologna”, εξηγεί ο Rocco.

Όταν το Crash δέχτηκε έφοδο από την αστυνομία κάλεσε να γίνουν διαδηλώσεις σε όλη την Ιταλία και όλα τα κοινωνικά κέντρα έδειξαν τη στήριξή τους. Έτσι τα προβλήματα του δήμου όταν έδιωχνε τους καταληψίες μεγάλωναν. Έπειτα από μια μεγάλη και δυναμική κινητοποίηση με συμμετοχή 6.000 διαδηλωτών το 2008 – ακριβώς μετά από μια έφοδο εναντίον του Crash – ο δήμος τους άφησε ήσυχους στο νέο χώρο που κατέλαβαν. Μάλιστα το μοντέλο στήριξης μεταξύ των κοινωνικών κέντρων στη Ρώμη “τυποποιήθηκε” σε μια συμφωνία αλληλοβοήθειας που συμμετέχουν όλα τα κοινωνικά κέντρα της πόλης. Ανεξαρτήτου των πολιτικών τάσεων που επικρατούν σε κάθε κέντρο, έχουν ανοιχτά δηλώσει στον νεοφασίστα δήμαρχο της πόλης ότι μια επίθεση εναντίον ενός κέντρου ισοδυναμεί με μια επίθεση εναντίον όλων και ότι όλα τα κοινωνικά κέντρα θα βγουν στο δρόμο αν γίνει κάτι τέτοιο.

Αλλά η στήριξη δεν έρχεται μόνο από έξω. Το Crash είναι ενεργό στη γειτονιά, το γυμναστήριο τους και το κέντρο εκμάθησης πολεμικών τεχνών είναι ανοιχτά για όλους. Αυτό ήταν καθοριστικό στην προσπάθειά τους να πάρουν στήριξη από τη γειτονιά και γενικά για να έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν πολιτικά στη συνοικία.

– Τα κοινωνικό κέντρο λειτουργεί ως ένα κόμμα της γειτονιάς, ασκεί την πολιτική τους μέσω της τοπικής στήριξης, λέει ο Rocco.

“Η διαφορά γίνεται ξεκάθαρη όταν κάποιος, για παράδειγμα, ασχολείται με το ζήτημα της επισφάλειας και των ανασφάλιστων εργαζομένων. Τα σωματεία βάσης, όπως το Cobas, το βλέπουν ως ένα ζήτημα εργασιακό, ένα ζήτημα σχετικά με τη μορφή πρόσληψης του εργαζόμενου. Οι οργανωτές των διαδηλώσεων για την εργατική Πρωτομαγιά ως ένα ζήτημα για να ασκήσουν πολιτική πίεση, να αναγκάσουν τα σωματεία και τα κόμματα να δράσουν ώστε να τεθεί το θέμα στην ημερήσια διάταξη. Για μας στο Crash η επισφάλεια δεν είναι απλά ένα εργασιακό θέμα, αλλά κάτι το οποίο επηρεάζει την στέγη, το εισόδημα και τα έξοδα, την ιθαγένεια και εν τέλει την ίδια τη ζωή των ατόμων. Το κοινωνικό κέντρο είναι για αυτά τα άτομα ένα εργαλείο που τους βοηθάει να ασχοληθούν με το ζήτημά τους.”

Στο Crash οργανώνονται εργαστήρια ή ομιλίες, sportello, όπου όλοι οι οποίοι βρίσκονται στην επισφάλεια είναι καλοδεχούμενοι να συμμετέχουν, να πάρουν πληροφορίες και ταυτόχρονα να οργανώσουν συλλογικές δράσεις με στόχο να καλυτερεύσουν την κατάστασή τους. Εκτός των συναντήσεων στα κοινωνικά κέντρα οργανώνονται και καταλήψεις σπιτιών, γίνονται συλλογικές παρεμβάσεις για τη μείωση της τιμής του φαγητού ή των τιμών των εισιτηρίων κινηματογράφου, μπλόκα εναντίον των εργοδοτών, οργανώνονται οι άνθρωποι που δεν έχουν χαρτιά, δημιουργείται πίεση προς το δήμαρχο και οργανώνονται κινήσεις για να απαιτήσουν κοινωνικό επίδομα για όλους. Η έλλειψη της συλλογικότητας για κάποιον που μεταναστεύει συνεχώς, ή για κάποιον που πάει από τη μια δουλειά στην άλλη, μπορεί να καλυφθεί με τις συναντήσεις που γίνονται στο κοινωνικό κέντρο, το οποίο αποτελεί ένα σημείο συνάντησης και ένα κοινωνικό εργαστήρι για τους επισφαλείς εργαζόμενους μέσω του οποίου μπορούν να δράσουν.

Μπορεί να πει κάποιος ότι αποτελεί ειρωνεία της ιστορίας το γεγονός ότι τα τοπικά εργοστάσια γύρω από τα οποία συσπειρώθηκαν οι εργαζόμενοι και αποτέλεσαν την αρχή του αγώνα τους (το κόμμα των εργοστασίων) τώρα ξανά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ταξική σύνθεση. Σήμερα τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια έχουν μετατραπεί σε κοινωνικά κέντρα (το κόμμα της γειτονιάς) και είναι ένας χώρος στον οποίο οι ανασφάλιστοι και οι μερικής απασχόλησης εργαζόμενοι μπορούν να συναντηθούν και να βρουν το σημείο έναρξης της δικής τους συλλογικής δράσης.

του Mathias Wåg δημοσιευμένο στην εφημερίδα Brand

αναδημοσίευση από: http://blog.stigalaria.org/%CE%B5%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7/1-100-1000-katalipseis-bretania/

 

Επέμβαση των ΜΑΤ μετά από μήνυση της καθολικής εκκλησίας. Του Λευτέρη Αρβανίτη
Με τη συμβολή ανδρών των ΜΑΤ, εκκενώθηκε την Τρίτη το πρωί, πρώην εγκαταλειμμένο κτίριο στην οδό Φράγκων, στη Θεσσαλονίκη, στο οποίο είχαν βρει καταφύγιο τούς τελευταίους μήνες άστεγοι, μεταξύ των οποίων οικογένειες με μικρά παιδιά. Η αστυνομία προχώρησε στην προσαγωγή 22 ατόμων και ενός 8χρονου κοριτσιού.
Η κατάληψη στέγης λειτουργούσε τους τελευταίους μήνες στο χώρο του πρώην νοσοκομείου Άγιος Παύλος, ιδιοκτησίας της καθολικής εκκλησίας, και στέγαζε περίπου 30 άτομα, μεταξύ των οποίων και μικρά παιδιά με τις οικογένειές τους. Η αστυνομία επενέβη έπειτα από μήνυση της καθολικής εκκλησίας, που θεώρησε ότι θίγεται τμήμα της περιουσίας της.1,3 εκατ. ευρώ για ενοίκιο ερειπίου
Το νοσοκομείο Άγιος Παύλος της Φράγκων στεγαζόταν στο κτίριο της μονής μέχρι το 1999, όταν έκλεισε για να μεταφερθούν οι κλινικές του ΕΣΥ στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου. Σύμφωνα με το σχέδιο, το κτίριο θα μετατρεπόταν σε κέντρο υγείας αστικού τύπου με έμφαση στις διαγνωστικές εξετάσεις –θα ήταν το πρώτο δημόσιο διαγνωστικό κέντρο της Θεσσαλονίκης– αλλά ως εκ θαύματος τίποτα δεν πήγε σύμφωνα με το σχέδιο. Το έργο –φυσικά– εντάχθηκε στο Γ’ ΚΠΣ με προϋπολογισμό 4 εκατ. ευρώ, μετά προέκυψαν ανυπέρβλητα εμπόδια στατικότητας του κτιρίου και νερού στα θεμέλια, αλλά το γαλαντόμο ελληνικό δημόσιο συνέχισε να πληρώνει το ενοίκιο που έφτασε το ποσό των 12.000 ευρώ το μήνα. Μέχρι τον Ιανουάριο του 2009 που το ελεγκτικό συνέδριο μπλόκαρε επιτέλους τη διαδικασία, η μονή των Αδελφών του Ελέους Βικεντίου του Αγίου Παύλου υπολογίζεται ότι εισέπραξε γύρω στο 1,3 εκατ. ευρώ για το άδειο ερείπιο, αλλά χρειάστηκε ένας ακόμη χρόνος για να διακοπεί η σύμβαση με το ελληνικό δημόσιο.
Όπως γράφει ο Τύπος της εποχής, και μαρτυρούν και όσοι βρέθηκαν για εργασίες στο κτίριο το τελευταίο διάστημα, τα σημάδια μιας αποτυχημένης προσπάθειας, για την οποία εκταμιεύτηκε ένα τεράστιο ποσό, είναι εμφανή. Μάλιστα η υπόθεση απασχολεί τα δικαστήρια μέχρι και σήμερα.Απότοκο των «πλατειών»
Η Επιβίωση είναι παιδί του κινήματος των πλατειών, καθώς οι πρώτοι ένοικοι συναντήθηκαν στις συνελεύσεις του Λευκού Πύργου και έπειτα από πολλές ώρες συζητήσεων, πήραν την απόφαση τον περασμένο Σεπτέμβρη να προχωρήσουν στην κατάληψη του άδειου, εδώ και πολλά χρόνια, κτιρίου.
Οι ένοικοι της κατάληψης έφτασαν πολύ γρήγορα τους 30. Άνθρωποι που για χρόνια έμεναν στον δρόμο, μικρά παιδιά, μετανάστες, βρήκαν καταφύγιο στο πρώην νοσοκομείο και ταυτόχρονα επιχείρησαν να πράξουν αυτό που για χρόνια δεν θεωρούνταν καθόλου αυτονόητο. Να αυτοοργανωθούν, να καλύψουν βασικές τους ανάγκες, να δημιουργήσουν μια κοινότητα διαφορετική από τις άλλες και μάλιστα στον πυρήνα της άγριας οικονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών. Και το πείραμά τους πέτυχε.
Από την πρώτη στιγμή συνάντησαν βέβαια την έντονη αντίδραση της καθολικής εκκλησίας, που κατέχει το κτίριο. Έπειτα από μήνυση της ιδιοκτησίας, διμοιρίες των ΜΑΤ προσήγαγαν τους ενοίκους της Επιβίωσης και σφράγισαν το κτίριο. Τελικά έπειτα από παρέμβαση δικηγόρων, πολιτών, αλλά και πολιτικών οργανώσεων και κομμάτων οι προσαχθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι –η καθολική εκκλησία απέσυρε τη μήνυση– και μεταφέρθηκαν σε ξενοδοχεία, όπου θα παραμείνουν έως και τις 5 Ιανουαρίου, καθώς φιλανθρωπικές οργανώσεις ανέλαβαν να καλύψουν κάποια πρώτα έξοδα.
Η εκκένωση της κατάληψης προκάλεσε κύμα σφοδρών αντιδράσεων στη Θεσσαλονίκη, με οργανώσεις, φορείς και κόμματα να κάνουν λόγο για προκλητική ενέργεια σε περίοδο κρίσης και να ζητούν να δοθεί άμεσα οριστική λύση στα στεγαστικά προβλήματα εκατοντάδων συνανθρώπων μας.
Πλέον οι πρώην ένοικοι της Επιβίωσης, μαζί με πλήθος αλληλέγγυου κόσμου προγραμματίζουν τις επόμενες κινήσεις τους, με μόνο δεδομένο τη μέχρι τώρα εμπειρία τους. Μια εμπειρία συλλογικής, αγωνιστικής και αλληλέγγυας ζωής.

http://e-dromos.gr

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΣΤΕΓΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ-ΣΤΕΚΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. ΠΡΟΧΕΙΡΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΣΥΖΗΤΗΣΗ.

 

Είναι πολύ δύσκολο να αναφερθείς σε λίγες γραμμές σε μια ιστορία που κοντεύει τώρα πια να κλείσει 25 χρόνια (αν σκεφτούμε ότι η πρώτη κατάληψη στέγης-στέκι έγινε το 1981 στην Αθήνα, στην οδό Βαλτετσίου στα Εξάρχεια και καταλήψεις συνεχίζουν να υπάρχουν και σήμερα, Βίλλα Αμαλίας Αχαρνών και Χέυδεν, Λέλας Καραγιάννη στην Κυψέλη, Στέκι Άνω Κάτω Πατησίων, Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Περιστερίου, κολεκτίβα “Λίλη”, Λέσχη Κατασκόπων στη Φερρών και Φυλής) και η οποία εν πολλοίς παραμένει άγνωστη ακόμη και σε αρκετούς από τους οποίους θα λέγαμε ότι έχουν «έννομο συμφέρον» να τη γνωρίζουν (και δεν εννοούμε βεβαίως αστυνομία και ιδιοκτήτες). Η ευθύνη γι’ αυτό βαρύνει αρκετές πλευρές και σε σημαντικό βαθμό και τους ίδιους τους φορείς αυτών των εγχειρημάτων, που βάσει μιας ιδιόμορφης εκδοχής του «εδώ και τώρα», φαίνεται να αποκλείουν την ιστορική διάσταση της προσπάθειάς τους, θεωρώντας ίσως ότι η καταγραφή και η αποτίμηση συνιστούν στοιχεία ενηλικίωσης ενός κινήματος που αρνείται επίμονα να μεγαλώσει και συνεχώς θέλει να εμφανίζεται (και να είναι) νέο, δυναμικό, ακμαίο. Η ενηλικίωση παρόλα αυτά συμβαίνει, γι’ αυτό η γενεαλογία γίνεται απαραίτητη συνθήκη για περαιτέρω επεξεργασία και διερώτηση, ανίχνευση στόχων και προοπτικών, αλλά αυτά δεν αφορούν τον «πρόχειρο οδηγό» , έτσι σταματώ εδώ. Πάντως απ’ αυτή τη «νεανικότητα» θα ήθελα να ξεκινήσω, γιατί ακριβώς αυτή συμβαδίζει και με την καινοτομία ενός εγχειρήματος , που μέχρι τότε (δηλαδή το 1981) δεν το είχαμε ξαναδεί στην Ελλάδα. Η αριστερά (σε όλες τις εκδοχές της) ενταγμένη πλήρως σε μια λογική «λεγκαλισμού» μετά την ήττα του εμφυλίου, δεν διανοήθηκε ποτέ να περάσει σε «παράνομες» πρακτικές αγώνα που αφορούν ζητήματα της καθημερινής ζωής (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε σχέση με τη στέγαση, που στην Αθήνα μετεμφυλιακά το πρόβλημα ήταν ιδιαιτέρως οξυμένο και ουσιαστικά λύθηκε μέσα από τον «θεσμό» της αντιπαροχής) και έπρεπε να έρθει μια νέα αντίληψη της πολιτικής που την υπερέβαινε από τα αριστερά της (και σχηματικά θα την ονομάσουμε αναρχική-αυτόνομη) για να μπουν τέτοια ζητήματα στην ημερησία διάταξη. Αυτή η αντίληψη που έλκει την καταγωγή της από τον Μάη του ’68 και συνδέεται άμεσα με τα κινήματα της δεκαετίας του ’70 στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, πρωτοεμφανίζεται κεντρικά στα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973 και κάνει την πλέον δυναμική της παρουσία στις καταλήψεις των πανεπιστημίων με αφορμή τον ν.815 στα τέλη του 1979. Μιλάμε για τους περίφημους «αναρχοαυτόνομους», οι οποίοι υφίστανται συντριπτική ήττα στο Πολυτεχνείο του 1980, όταν η «ουρά των 10000 προβοκατόρων» αδυνατεί να απαντήσει ουσιαστικά στις δολοφονίες της αστυνομίας και στην καταστολή του ΚΚΕ. Ένα τμήμα αυτού του χώρου σκέφτεται (περισσότερο συναισθάνεται παρά σκέφτεται με την έννοια ενός συγκεκριμένου υπολογισμού) πως πέρα από τη σύγκρουση στο δρόμο τη δεδομένη στιγμή, υπάρχουν και οι υπόλοιπες στιγμές της καθημερινότητας μέσα στον ιστό της μητρόπολης, που δεν μπορούμε να τις περνάμε στην αδράνεια κι έτσι αποφασίζει να περάσει το κατώφλι και να προχωρήσει στο δικό της «Σέργουντ», στα Εξάρχεια, στο στήσιμο ενός πολιτικο-πολιτιστικού οχυρού: η κατάληψη της οδού Βαλτετσίου δεν θα κρατήσει πολύ, θα κατασταλεί σκληρά από την αστυνομία, αλλά θα αποτελέσει παρακαταθήκη για το μέλλον. Αφού κάναμε το πρώτο βήμα, μπορούμε κάτι ανάλογο και στο μέλλον, γιατί όχι. Βέβαια το επόμενο εγχείρημα θα αργήσει μερικά χρόνια (πρόκειται για το κτίριο της Χ. Τρικούπη το 1985), όμως σημασία έχει ότι η λογική της αυτοδιεύθυνσης της καθημερινότητας έχει περάσει στην ημερησία διάταξη αυτού του κοινωνικο-πολιτικού χώρου, δεν αποτελεί πλέον απλό σύνθημα, γίνεται και πράξη. Άλλωστε, μπορεί με μια έννοια να προβληθεί και στην υπόλοιπη κοινωνία: πάρτε τη ζωή σας στα χέρια σας, ξεκινώντας από την κάλυψη μιας από τις βασικότερες ανάγκες του ανθρώπου: το σπίτι. Το διάστημα 1984-1989 είναι εξαιρετικά σημαντικό για τον χώρο της αντιεξουσίας: στο Κάραβελ τον Δεκέμβρη του 1984, σημαντικός αριθμός των διαδηλωτών του αναρχικού μπλοκ συγκρούεται σώμα με σώμα με την αστυνομία, παίρνοντας κατά κάποιο τρόπο ρεβάνς για το ’80. Ολόκληρο το 1985 συγκρούσεις στο κέντρο της Αθήνας συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά, με αποκορύφωμα την κατάληψη του Χημείου την Άνοιξη και τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη με τη δολοφονία Καλτεζά. Έχει διαμορφωθεί μια σκληροτράχηλη, σχιζο-μητροπολιτική προλεταριακή γενιά, που διεκδικεί την παρουσία της στο κέντρο της αναδυόμενης μητρόπολης μ’ έναν «άγριο» συγκρουσιακό τρόπο: ο βασικός της άξονας είναι η αντίσταση απέναντι στην κρατική καταστολή που είχε ξεκινήσει με την «επιχείρηση Αρετή» στα Εξάρχεια, αλλά ουσιαστικά απ’ όλη αυτή την αντιπαράθεση αναδεικνύεται η ύπαρξη μιας νεολαίας (κάποιοι θα την ονομάσουν «άγρια») που δεν ενσωματώνεται στον σοσιαλδημοκρατικό χυλό, ο οποίος έχει αρχίσει να επιβάλλεται ποικιλοτρόπως. Έχει τη σημασία του το ότι αυτή η νεολαία ανεμίζει τη σημαία με το άλφα σε κύκλο και αναζητεί τις ιδεολογικές της αναφορές της τόσο στην κλασική θεωρία του αναρχισμού (σε μικρότερο βαθμό) όσο και στα πιο σύγχρονα ρεύματα που γεννήθηκαν μετά το 1968 (κυρίως την ιταλική εκδοχή της Αυτονομίας, αυτή της Γερμανίας, αλλά και το γαλλικό ρεύμα του σιτουασιονισμού) , όπως έχει τη σημασία του και το πολιτιστικό υπόβαθρο (κυρίως το μουσικό, με το πανκ και το χαρντκορ), αλλά ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ο ουσιαστικά καινοτόμος χαρακτήρας για την Ελλάδα αυτών των υποκειμενικοποιήσεων: η δεξιά τις κατατάσσει στην κλασσική «αλητεία» και ζητά την άμεση καταστολή τους προς υπεράσπιση της περιουσίας των νοικοκυραίων, η αριστερά τις εντάσσει χωρίς μεγάλο δισταγμό στους «προβοκάτορες», ενώ το ΠΑΣΟΚ κινείται ανάμεσα στην καταστολή και την ενσωμάτωση (που το καλοκαίρι του 1985 δείχνει τα όρια της στη συναυλία του υφυπουργείου Νέας Γενιάς στο Παναθηναϊκό στάδιο, όταν ξεσπούν συγκρούσεις με με τα ΜΑΤ, που σπεύδουν ασθμαίνοντα να επιβάλλουν την τάξη). Η μαζικότητα αυτού του ρεύματος δεν είναι μεγάλη, όμως ο δυναμικός χαρακτήρας του και κυρίως η επιμονή του να δρα στο κέντρο της μητρόπολης (χωρίς πάντως ποτέ να διαβεί τα όρια και να εισβάλλει στο μπουρζουάδικο Κολωνάκι) το καθιστά σημαντικό παράγοντα εξελίξεων, ενώ η ουσιαστική εξαφάνιση της άκρας αριστεράς το αναδεικνύει και στον πιο ουσιαστικό εκφραστή του ανταγωνιστικού ριζοσπαστισμού πέρα της παραδοσιακής αριστεράς. Η καταστολή που θα επακολουθήσει απέναντι στον αναρχικό χώρο (κυρίως μετά τα γεγονότα των διαμαρτυριών για το Τσέρνομπιλ και αυτά της Καλογρέζας με τη δολοφονία από τους αστυνομικούς του Μ. Πρέκα), αλλά και το διαφαινόμενο αδιέξοδο της σύγκρουσης για τη σύγκρουση, θα στρέψει ένα τμήμα του μάγματος στην ανάγκη ριζώματος στο χώρο κι έτσι την περίοδο 1988-1991 θα έχουμε ένα μικρό καταληψιακό κύμα: Λέλας Καραγιάννη στην Κυψέλη (από ένα σημείο και μετά πιο κοντά στον εξεγερσιακό αναρχισμό), Κεραμεικού και Μυλλέρου (ίσως η πιο «αυτόνομη»), Βίλλα Αμαλίας (κλασσική «αναρχοπάνκ»), Φυλής και Φερρών (που θα μπορούσαμε να πούμε ότι περιλαμβάνει όλες τις τάσεις), Ακομινάτου («διάδοχο» σχήμα της Χ. Τρικούπη, που καταστέλλεται βίαια και επανειλημμένα). Στη διάρκεια της κατάληψης του Πολυτεχνείου για τρεις βδομάδες τον Φλεβάρη-Μάρτη του 1990 με αφορμή την αθώωση του μπάτσου Μελίστα, δολοφόνου του Καλτεζά, τα μέλη των καταλήψεων (αλλά κυρίως το πνεύμα τους, που δεν θεωρεί πλέον τη σύγκρουση περίπου αυτοσκοπό) θα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Για τα επόμενα χρόνια οι καταλήψεις θα αποτελούν σταθερό σημείο αναφοράς των ρευμάτων του κοινωνικού ανταγωνισμού (θα έχουμε και την κατάληψη στο παλιό σχολείο της οδού Αλκαμένους που παρά τις φιλόδοξες προθέσεις δεν θα κρατήσει πολύ) και η ταυτόχρονη εισβολή της αστυνομίας παραμονές του εορτασμού του Πολυτεχνείου το 1994 με τη μορφή των προληπτικών συλλήψεων, θα τις ξαναφέρει στην επικαιρότητα. Το τελευταίο κύμα καταλήψεων θα περιλαμβάνει το στέκι Άνω-Κάτω Πατησίων, το πολύ ενδιαφέρον πείραμα της «κολλεκτίβας Λίλη» επίσης στα Πατήσια (με την αναζήτηση στην πράξη της λύσης στο πρόβλημα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας) και την ανακατάληψη της Φυλής και Φερρών στην οποία στεγάζεται πλέον η βιβλιοθήκη της «Λέσχης Κατασκόπων».Προσπαθήσαμε να παρουσιάσουμε εν συντομία την ιστορία των κινηματικών καταλήψεων στέγης-στεκιών την τελευταία εικοσιπενταετία στην Αθήνα. Θα επιχειρήσουμε τώρα να κάνουμε λιγάκι «θεωρία», με την έννοια να δούμε κάπως πιο αναλυτικά κάποια στοιχεία που θα μας επιτρέψουν να κατανοήσουμε περισσότερο το φαινόμενο. Αν αξίζει να κρατήσουμε κάτι απ’ αυτή την ιστορία αυτό είναι σίγουρα η πρόταση μιας άλλης άποψης για την καθημερινή ζωή στη μητρόπολη και η απόδειξη πως κάτι τέτοιο μπορεί να υπάρξει και στην πραγματικότητα. Από τη μια πλευρά υπάρχουν άδεια σπίτια και επείγουσες στεγαστικές ανάγκες. Μαζεύονται κάποιοι άνθρωποι που πιστεύουν ότι μπορούν (και κυρίως θέλουν) να ζήσουν μαζί, καταλαμβάνουν ένα άδειο σπίτι και ξεκινούν την περιπέτειά τους. Από την άλλη, υπάρχει ανάγκη σε κάποια πολιτικά υποκείμενα να βρουν χώρους για να στεγάσουν τις δραστηριότητές τους, που καθώς δεν εντάσσονται στα παραδοσιακά πρότυπα της αριστεράς (τα ίδια τα υποκείμενα, αλλά και το περιεχόμενο των δραστηριοτήτων τους), οφείλουν να βρουν άλλους τρόπους για να το πετύχουν σε μια πιο μόνιμη βάση: οφείλουν δηλαδή να βρουν τα δικά τους «Φορτ Ναβάχο» στην «έρημο» μιας Αθήνας που γίνεται ολοένα και πιο αφιλόξενη για τέτοιου είδους καταστάσεις, μέσα από την εντεινόμενη καταστολή, επιτήρηση και γιαποποίηση. Η λύση είναι λοιπόν και εδώ η κατάληψη, κατά προτίμηση κοντά στο ιστορικό κέντρο της πόλης, αφού όπως είπαμε, αυτά τα υποκείμενα το κέντρο της πόλης θεωρούν τον προνομιακό τόπο της δράσης τους, εκεί αισθάνονται σαν το «ψάρι στο νερό», εκεί είναι σε τελική ανάλυση που θέλουν να γίνονται ορατά, αφού ένα από τα βασικά προβλήματά τους στην κοινωνία του θεάματος που έχουν αρχίσει να βιώνουν, είναι ότι καθιστά «αόρατο» (ή οικειοποιείται κάνοντάς το μόδα) οτιδήποτε εμφανίζει την τάση να το αμφισβητεί ριζικά. Έτσι εξηγείται και το ότι αν και φτιάχτηκαν όλα αυτά τα χρόνια πολλά στέκια σε διάφορες γειτονιές της Αθήνας (τις περισσότερες φορές σε νοικιασμένους χώρους) , ουσιαστικά το βλέμμα ήταν πάντοτε στραμμένο στο κέντρο, εκεί φαινόταν να παίζεται το παιχνίδι. Ένα δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με ποιο ρόλο έπαιξαν στον αστεακό ιστό της περιοχής τους, αλλά και της μητρόπολης γενικότερα, αφού από το ξεκίνημά τους ποτέ δεν διεκδίκησαν το ρόλο της «νησίδας ελευθερίας», αποκρούοντας τη λογική της γκετοποίησης (έναν κίνδυνο που τον έβλεπαν και στο δικό τους εγχείρημα, αλλά και τον γνώριζαν από τις ανάλογες εμπειρίες του εξωτερικού). Η απάντηση είναι μάλλον εύκολη: μικρό. Παρά τις προσπάθειές τους η «γειτονιά» δεν έδειξε ποτέ και ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σε μια Αθήνα που μικροαστικοποιούνταν με ταχύτατους ρυθμούς, το καλύτερο που περίμενε τους καταληψίες ήταν η παθητική ανοχή. Απέτυχαν επίσης κάποιες απόπειρες σύνδεσης και με τη νέα μητροπολιτική φιγούρα, τους μετανάστες (τουλάχιστον μέχρις στιγμής), αφού είναι πολύ δύσκολο να επικοινωνήσεις ουσιαστικά με ανθρώπους που έχουν τεράστια προβλήματα επιβίωσης και αναζητούν λύσεις που θα τους εντάξουν στον κοινωνικό ιστό και όχι σ’ έναν διπλό «ιλεγκαλισμό»: του ανά πάσα στιγμή παράνομου μετανάστη, αλλά και του πολιτικού αμφισβητία έξω από τα καθιερωμένα (που και αυτό δύσκολα το καταλαβαίνουν τις περισσότερες φορές, αφού προέρχονται από ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον). Ένα τρίτο στοιχείο είναι η αποτελεσματικότητα της πολιτικο-πολιτιστικής απεύθυνσης. Κατά πόσο δηλαδή πέτυχαν να είναι η εναλλακτική λύση στα προβλήματα της στέγασης και κατά πόσο πέτυχαν να «επικοινωνήσουν» τη δική τους πολιτικο-πολιτιστική πρόταση. Ως προς το πρώτο, μπορούμε να πούμε ότι οι διάφορες « άτυπες» καταλήψεις στέγης που υπάρχουν στην Αθήνα, άντλησαν την ιδέα από το κίνημα? Δεν το ξέρουμε. Ίσως ναι κάποιες φορές, τις περισσότερες όμως μάλλον όχι. Προτίμησαν να παραμείνουν κρυφές, χωρίς να εντάσσονται σε κάποιας μορφής κίνημα, αφού υπάρχει πάντοτε ο φόβος της άμεσης ποινικοποίησης και καταστολής όταν ενώνεις τις δυνάμεις σου και διεκδικείς πιο επιθετικά τα δικαιώματά σου. Γενικά πρέπει να πούμε ότι κίνημα καταλήψεων στέγης-στεκιών στην Ελλάδα (με την έννοια που το γνωρίσαμε στη Γερμανία, την Ιταλία ή την Ολλανδία) δεν υπήρξε. Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις γι’ αυτό που διαφεύγουν τους σκοπούς αυτού του σύντομου σημειώματος. Πάντως μια γενική παρατήρηση είναι ότι στην Ελλάδα η αντίληψη ότι προσπαθώ μόνος μου (δηλαδή μια κοινωνική ομάδα ή ένα υποσύνολο) να λύσω τα προβλήματά μου δεν τυγχάνει ευρείας αποδοχής. Επικρατεί η τάση ν’ ανάγονται τα πάντα στην παρεμβατική ικανότητα του κράτους, ή μιας αντίστοιχης «πατρικής» φιγούρας στο επίπεδο της αντιπροσώπευσης, δηλαδή ενός κόμματος, που ενίοτε μετατρέπεται και σε κράτος-κόμμα. Η περίφημη «κοινωνία των πολιτών» εκδηλώνεται σχεδόν πάντα με την αντιδραστική μορφή της, π.χ. «αγανακτισμένοι» κάτοικοι που καταλαμβάνουν ένα δημόσιο κτίριο για να μη γίνει σταθμός του ΟΚΑΝΑ. Τώρα ως προς το δεύτερο, είναι γεγονός ότι μέσα από τέτοιους τόπους έχει γίνει η καλύτερη και αποτελεσματικότερη «αντιπληροφόρηση» αυτού του κινήματος. Γι’ αυτό και τα στέκια (κατειλημμένα ή όχι) συνεχίζουν να υπάρχουν όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στο Ηράκλειο, στα Χανιά, στον Βόλο, στην Καβάλα, στην Ξάνθη, κλπ. Χώροι συνεύρεσης των «ανησυχούντων» πνευμάτων, παρά τα προβλήματά τους παίζουν σημαντικό ρόλο στην οριζόντια δικτύωση του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού κινήματος. Γι’ αυτό, παρά τη σκληρή καταστολή που έχουν υποστεί κατά καιρούς, συνεχίζουν να αποτελούν σταθερή επιλογή και έναν από τους κυριότερους τρόπους ριζώματος αυτού του ρεύματος. Εξάλλου δεν πρέπει να μας διαφεύγει και η σημαντικότατη συμβολή τους στο επίπεδο της άρθρωσης ενός άλλου τύπου μητροπολιτικής κουλτούρας, με σαφώς αντιεμπορευματική στάση: εμβληματική ως προς αυτό είναι η Βίλλα Αμαλίας, η πιο ζωντανή σκηνή του χάρντκορ και του πανκ στην Ελλάδα (αλλά και με σπουδαίες θεατρικές παραστάσεις, συζητήσεις κλπ). Υπάρχει, τέλος, κι ένα άλλο σημαντικό σημείο, που έχει να κάνει με το πώς οι καταληψίες διαμόρφωσαν τα κτίρια που κατέλαβαν, ποιοι είναι οι λόγοι που πιθανώς κατέλαβαν αυτά και όχι κάποια άλλα, ποια είναι η αισθητική τους πρόταση μέσα στην γκρίζα ομοιομορφία του μπετόν και της αντιπαροχής (αλλά και της «ιλουστρασιόν» εκδοχής της αναπαλαίωσης των νεοκλασικών κτιρίων των πόλεων), πράγματα όμως που πρέπει ίσως να τα συζητήσουν οι πιο «ειδικοί» (κρατώντας και τις απαραίτητες αποστάσεις) και που ο υπογράφων (όντας κι αυτός καταληψίας για κάποια από τα πιο όμορφα χρόνια της ζωής του) μόνο ενστικτωδώς μπορεί να ανιχνεύσει και πάντως όχι στο συγκεκριμένο σημείωμα. Στο μόνο που θα ήθελα να αναφερθώ κλείνοντας, είναι η μελαγχολία που πάντοτε με πιάνει όταν τύχει να περάσω από την παλιά κατάληψη Κεραμεικού και Μυλλέρου και κοιτάξω το κενό παράθυρο του ανατολικομεσημβρινού δωματίου του δευτέρου ορόφου, που για δυο χρόνια φιλοξενούσε τις σκέψεις και τα όνειρα για μια κοινή και δημιουργική ζωή με συντρόφους και συντρόφισσες, πέρα και πάνω από τις συμβάσεις, τα άγχη και τη δυσανεξία στη μητρόπολη του νότου Αθήνα.
Παναγιώτης ΚαλαμαράςΥ.Γ. Το ανωτέρω κείμενο αποτέλεσε τη βάση για την εισήγηση του υπογράφοντος στα πλαίσια ημερίδας για την παρουσίαση της ελληνικής συμμετοχής στην 9η Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής στη Βενετία (τέλη Γενάρη 2005 στο μουσείο Μπενάκη). Από τότε συνέβησαν πολλά, κυρίως μετά τα Δεκεμβριανά του 2008, που έδωσαν μια νέα διάσταση στο υπό συζήτηση θέμα. Υποσχόμαστε να επανέλθουμε στο μέλλον.

Αναρτήθηκε από elkoul στις 8:00 π.μ.

 

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ/ ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ ΣΤΗ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΣΤΕΓΗΣ

December 8th, 2010 | Tags:

Όλα ξεκίνησαν με την ίδρυση των πρώτων ελληνικών πανεπιστημίων. Τα πανεπιστήμια των αστικών κέντρων λειτούργησαν ως απόδειξη πολιτισμού και τα πανεπιστήμια της περιφέρειας απλώθηκαν με σκοπό τη στήριξη των τοπικών οικονομιών. Τα τελευταία χρόνια το σχέδιο άλλαξε και επιχειρείται μια ελεγχόμενη παρακμή ώστε να κληθεί η ιδιωτική εκπαίδευση ως η μόνη σωτηρία. Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί και το Ιόνιο πανεπιστήμιο που ιδρύθηκε το 1985 και τα προβλήματα του ξεκίνησαν εν τη γενέσει του:

 Ιδρύονται πανεπιστήμια στην Κέρκυρα χωρίς να υπάρχει καμία υποδομή ούτε για τη στέγαση των φοιτητών ούτε για την πραγματοποίηση των μαθημάτων.
 Η τοπική οικονομία ανθεί, τα προβλήματα ωστόσο του πανεπιστημίου παραμένουν.
 Το 1986 γίνονται κινητοποιήσεις των φοιτητών για την στέγασή τους και μετά από καταλήψεις της Ιονίου Ακαδημίας γίνεται δεκτό εν μέρει το αίτημά τους και στεγάζονται προσωρινά στα ξενοδοχεία με απώτερο σκοπό τη δημιουργία δημόσιων εστιών.
 24 χρόνια μετά η προσωρινή λύση όχι μόνο είναι ακόμα σε ισχύ, αλλά το πανεπιστήμιο φαίνεται ανίκανο να καλύψει τα έξοδα αυτής της επιλογής. Ως εκ τούτου ζητείται από τους «πλούσιους» φοιτητές (με ετήσια φορολογική δήλωση πάνω από 12.000€ ) να συνεισφέρουν κατά το εν τρίτον του ποσού, δηλαδή 3€ τη μέρα.
Με αφορμή αυτό ξεκίνησαν κινητοποιήσεις που αντιτίθενται στα εξής:
1. Ο δημόσιος πλούτος χρησιμοποιείται για να ταΐσει μια μειοψηφία 5 ιδιωτών ξενοδόχων, ενώ θα μπορούσαν κάλλιστα τα 1.200.000€ του προϋπολογισμού, που αφορούν την πληρωμή των ξενοδόχων 24 χρόνια τώρα, να έχουν αξιοποιηθεί για την ανέγερση δημόσιων εστιών.
2. Αν ξεχάσουμε τη δυνατότητα αυτή και θεωρήσουμε ότι ο δημόσιος πλούτος (κατά κανόνα στη χώρα μας) χρηματοδοτεί ιδιωτικές επιχειρήσεις αντί να δημιουργεί δημόσιες, τα 540€ το μήνα που δίνονται για κάθε δίκλινο δωμάτιο ξενοδοχείου θα μπορούσαν να χορηγούνται στους ίδιους τους φοιτητές ώστε να νοικιάσουν σπίτια και να κινηθεί το χρήμα σε χαμηλότερες οικονομικές βαθμίδες της τοπικής κοινωνίας.
3. Στην τελική ένα δίκλινο δωμάτιο ξενοδοχείου δεν καλύπτει πάγιες ανάγκες των φοιτητών, μιας που θεωρούμε σχετικά αναγκαίο να έχει ο καθένας τον προσωπικό του χώρο και ένα γραφείο παρά να μένουμε σε πολυτελή ξενοδοχεία με πολυτελή είσοδο πελατών και υπηρεσία δωματίων. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, με την ευγενική χορηγία των φορολογούμενων πολιτών, έχουμε κάνει πεντάστερα τα περισσότερα ξενοδοχεία του κέντρου της πόλης.
 Με αφορμή λοιπόν τα παραπάνω, από τις 10 Οκτώβρη ξεκίνησαν κινητοποιήσεις διαφόρων μορφών με κορύφωση την κατάληψη της πρυτανείας και των διοικητικών υπηρεσιών του πανεπιστημίου. Οι προσευχές μας δεν εισακούστηκαν, αντ’ αυτού θεωρηθήκαμε μια ακραία μειοψηφική ομάδα φοιτητών που επιζητά να πραγματώσει το φαντασιακό του εις βάρος της υπόλοιπης φοιτητικής κοινότητας.
 Επειδή λοιπόν ακόμα πιστεύουμε (ίσως ιδεαλιστικά) ότι η Παιδεία πρέπει πρώτα και κύρια να αναδεικνύει τη δύναμη της δημιουργικότητας και της φαντασίας και να μας διδάσκει ότι σημασία δεν έχει η δύναμη της μάζας αλλά η δύναμη της θέλησης, αποφασίσαμε να μετατρέψουμε σε δημόσια στέγη φοιτητών έναν χώρο που ανήκει στο υπουργείο υγείας και υπολειτουργεί.
 Η λειτουργία αυτού του χώρου είναι πολύ σημαντική και αφορά την εκπαίδευση. Είναι ένα ΤΕΕ νοσηλευτικής. Φιλοξενεί 9 μαθητές, λειτουργεί λίγες ώρες τη βδομάδα και χρησιμοποιεί ένα μικρό μέρος του κτηρίου.
 Επειδή θεωρούμε ότι όλοι οι μαθητευόμενοι/ εκπαιδευόμενοι έχουμε κοινό στόχο την πνευματική μας μόρφωση αλλά και την κατάρτισή μας στο αντικείμενό μας, προσπαθώντας να μην παρακωλύσουμε καμία εκπαιδευτική διαδικασία, έστω κι αν χρειαστεί να σπάσουμε κάποιους θεσμούς ελπίζουμε σε συνεννόηση και σε συνεργασία με τους ενδιαφερόμενους του κτηρίου, δηλαδή τους μαθητές.
 Επίσης είναι στενάχωρο που χρειάζεται απολογητικό κείμενο προς το κοινωνικό σύνολο μιας που θεωρούμε αυτονόητο πως, ειδικά σε τέτοιες δύσκολες περιόδους, η απαλλοτρίωση της κρατικής περιουσίας με σκοπό να επανέλθει στην κυριότητα του κόσμου, είναι μια από τις πιο υγιείς και αποτελεσματικές αντιδράσεις.
 Επίσης λυπόμαστε που για άλλη μια φορά, και οι διοικητικές αρχές του πανεπιστημίου, και οι συμφοιτητές μας, και το πολίτευμά μας εν γένει, αποδείχτηκαν οι μεν ανίκανοι να διαχειριστούν τα οικονομικά μιας χώρας προς όφελος των πολιτών και οι δε επιεικώς αδιάφοροι ή αδρανείς, αν όχι κακοήθεις, καθώς αποδεικνύονται φερέφωνα του ίδιου του συστήματος.
 Η οικονομική κρίση, όπως και η κρίση αξιών βαθαίνουν ολοένα και πιο πολύ και οι απαλλοτριώσεις στο κοντινό μέλλον δε θα είναι μέσο αντίδρασης αλλά ανάγκη επιβίωσης. Έστω και τώρα ας προλάβουμε τις εξελίξεις.

Ελπίζουμε στην κατανόησή σας αν όχι και στη στήριξή σας στην εν λόγω κατάληψη στέγης, η οποία αποτελεί πραγματική ανάγκη κάποιων φοιτητών, όσο και στην γενικότερη ανησυχία μας περί του εκθετικού σαπίσματος του εκπαιδευτικού συστήματος.

αναδημοσίευση από: https://draka.squat.gr/2010/12/08/%CE%B5%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CF%86%CE%BF%CE%B9%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7/

GO WITH YOUR GUT

GO WITH YOUR GUT
A nutritional regimen to heal digestion, repair immunity,
and make a damaged body whole again2
“ALL DISEASE BEGINS IN THE GUT”
-Hippocrates, 460 BC–370 BC

Hello,
It’s taken me about 5 months to put this zine together. It is part
reflection, part GAPS diet primer, with additional research and narrative thrown in.
In recent years I’ve been gaining more of an understanding of the effects of
modern civilization on the body, mind, and soul. I’m particularly interested in how
we can use the healing arts and the wisdom of our pre-civilized ancestors to
recover and get back in touch with our wild selves. A body poisoned, numbed,
drugged, and sick is a walking marionette, with the strings controlled by those in
power. By taking our health into our own hands we can cut those strings and undo
that control.
I wrote this zine to put my thoughts out about nutritional healing and
the GAPS diet, as a person with a strong critique of civilization, authority and diet
faddism, and with a belief that healing oneself is a radical act.
GAPS is one specific healing regimen developed by one person, Dr.
Natasha Campbell-McBride, and while there are other similar recipes for healing,
this is the one I’m familiar with, and this is my experience with it. This zine is not
intended to replace the official GAPS book, Gut and Psychology Syndrome by Dr.
NCM (who I have never met) and I would recommend getting the book if you can
afford it to read about all the stuff I left out (including an Introduction Diet, and
Dairy Introduction Structure), and particularly if you are trying to use the diet to
heal more serious issues. This zine, being available for free or very cheap, is
intended to educate those who may not normally have access to this information. I
encourage you to do more research, and most importantly, to trust your gut!
Happy reading.
DISCLAIMER: When healing the gut and introducing probiotics, “detox” reactions
can occur which may temporarily worsen the very symptoms the treatment will
eventually heal. This can include physical symptoms like bloating and constipation;
or psychological symptoms like depression, and hyperactivity in children. For more
serious issues it would be a good idea to seek the guidance of a GAPS practitioner
and/or do additional research.3
1. I FELLINTO THE GAP
a) mystory
2. GAPS, AN OVERVIEW
a) so what is “GAPS”?doI have GAPS?
b) gutdysbiosis, leakygut,and gut
immunity
c) healing with the GAPSdiet
d) non-allowed foods
e) foundation foods
f) supplementation
3. DISCUSSIONS
a) GAPScompared tootherdiets
b) GAPSand herbs
c) diggingdeeper
4. TIPS AND TRICKS
a) makingitcheapand doable
b) recipes/meal ideas
5. RESOURCES
6. CONTACT
TABLE OF CONTENTS4
my story
As I write this, 73 days have passed since I’ve consumed
sugar, or grain. I’ve hardly left my kitchen, working up a sweat making
sauerkraut, culturing yogurt, laboring over a stove learning how to make
bone broth with my face buried in a bright yellow book entitled Gut and
Psychology Syndrome: Natural Treatment For: Autism, ADD, ADHD,
Depression, Dyslexia, Dyspraxia, Schizophrenia by Dr. Natasha
Campbell-McBride. Last week my friend Sean and I slaughtered ducks in
his backyard and I now have in front of me a big bowl of rich duck broth.
I’ve come a long ways from adolescence, when I wouldn’t
think twice about considering a cup of ramen noodles a “balanced meal”.
It has all those freeze dried vegetables in it, right?
I’ve struggled with my health as long as I can remember. I
mean sure, we all have to some degree, and it’s not like I had diabetes,
or Crohn’s disease, but the normalcy of dis-ease does not make it more
okay. In high school I struggled with depression. I got sick a lot-strep
throat at least three times, that was treated with antibiotics, and I got
frequent colds. I was tired a lot. I would fall asleep in high school,
especially during my first period class, and after school I was lethargic
and had a rough time getting through my homework assignments. My
self-esteem, body image, and social life suffered.
I started working at the co-op in my hometown when I was 1 6
and began to take health into my own hands. I learned what kale was, I
tried to give up eating meat-for ethical and environmental reasons and
because some of my health-conscious coworkers urged that it was the
healthy thing to do. I lasted about a week, maybe two, before indulging
in some of my aunt’s grilled chicken. I was surprised to notice how much
better I felt when I ate meat.
When I was 1 8 I moved to Olympia. I became involved with
politics and activism and lived in a collective house with strict vegans. I
was mostly vegan for a few months and lived off peanut butter and jelly
sandwiches and dumpstered bread slathered with earth balance. It was
cheese that broke my veganism. I visited a naturopath who told me I was
anemic and severely vitamin D deficient. Hey, it turns out cow dairy is a
good source of vitamin D! He got me to start taking a bunch of expensive
supplements-cold liver oil, hydrochloric acidIbut being a broke kid
without insurance, I couldn’t afford it for very long.
1. I FELLINTO THE GAP5
My previous ideas about veganism and vegetarianism were
challenged as I began to become more connected to my surrounding
natural environment, learning what traditional foods have made up the
diets of Pacific Northwest Coast native peoples for thousands of years –
salmon, deer, elk, as well as wild roots and greens. I got ahold of a copy
of Nourishing Traditions and my food philosophy evolved. I appreciated
its eschewing of newfangled foods. I began to look at the patterns
among healthy pre-civilized people and cultures with longstanding,
localized food traditions as studied by Weston A. Price. Cultured and
fermented foods, quality animal fats, raw dairy, organ meatsII
incorporated more of these foods into my diet and felt more nourished.
However, a lot of the same issues persisted. I still felt cold, depressed
and anxious, had food intolerances, and felt like I was always “fighting
off” some impending illness.
I gave up all gluten in October 201 0. It was a huge
improvement. I could feel my blood sugar levels start to stabilize, and I
had more energy and less “brain fog”. And yet, I struggled. I couldn’t
afford professional attention, and anyway, my deep distrust of
mainstream medicine told me it wouldn’t help anyway-all they ever did
for me before was pump me full of antibiotics and warn me that I’d
probably need to get my tonsils removed. No way was I doing that
without exhausting all other options.
I learned about a condition called hypothyroid, where the
thyroid isn’t producing enough of the right hormones for the body to work
properly, causing poor circulation, lethargy, and suppressed immunity.
Wary of seeing mainstream doctors, and suspecting this as an
underlying cause of my symptoms, I asked some of my fellow herb
enthusiasts about natural treatment for hypothyroid. One friend
mentioned the GAPS diet. I wouldn’t consider myself a fad dieter. I
couldn’t even stay vegan for more than a month, raw foodism never
made much sense to me either. But I was floored: FINALLY, a way of
eating that seemed to resonate with all I had learned for myself about
health and nutrition, but most importantly, aligned with my intuition.
Some combination of stubbornness, chance, and gut instinct led me
here.6
my story
As I write this, 73 days have passed since I’ve consumed
sugar, or grain. I’ve hardly left my kitchen, working up a sweat making
sauerkraut, culturing yogurt, laboring over a stove learning how to make
bone broth with my face buried in a bright yellow book entitled Gut and
Psychology Syndrome: Natural Treatment For: Autism, ADD, ADHD,
Depression, Dyslexia, Dyspraxia, Schizophrenia by Dr. Natasha
Campbell-McBride. Last week my friend Sean and I slaughtered ducks in
his backyard and I now have in front of me a big bowl of rich duck broth.
I’ve come a long ways from adolescence, when I wouldn’t
think twice about considering a cup of ramen noodles a “balanced meal”.
It has all those freeze dried vegetables in it, right?
I’ve struggled with my health as long as I can remember. I
mean sure, we all have to some degree, and it’s not like I had diabetes,
or Crohn’s disease, but the normalcy of dis-ease does not make it more
okay. In high school I struggled with depression. I got sick a lot-strep
throat at least three times, that was treated with antibiotics, and I got
frequent colds. I was tired a lot. I would fall asleep in high school,
especially during my first period class, and after school I was lethargic
and had a rough time getting through my homework assignments. My
self-esteem, body image, and social life suffered.
I started working at the co-op in my hometown when I was 1 6
and began to take health into my own hands. I learned what kale was, I
tried to give up eating meat-for ethical and environmental reasons and
because some of my health-conscious coworkers urged that it was the
healthy thing to do. I lasted about a week, maybe two, before indulging
in some of my aunt’s grilled chicken. I was surprised to notice how much
better I felt when I ate meat.
When I was 1 8 I moved to Olympia. I became involved with
politics and activism and lived in a collective house with strict vegans. I
was mostly vegan for a few months and lived off peanut butter and jelly
sandwiches and dumpstered bread slathered with earth balance. It was
cheese that broke my veganism. I visited a naturopath who told me I was
anemic and severely vitamin D deficient. Hey, it turns out cow dairy is a
good source of vitamin D! He got me to start taking a bunch of expensive
supplements-cold liver oil, hydrochloric acidIbut being a broke kid
without insurance, I couldn’t afford it for very long.
so, what is “GAP” syndrome? do I have GAPS?
Healing has been as much of an emotional journey for me as it has been physical.
No wonder, as nutritional deficiencies have been linked to depression and anxiety, not to
mention other psychological issues including schizophrenia, epilepsy, ADD, and ADHD. GAPS
stands for Gut and Psychology Syndrome, and is used as a blanket term to describe the the
dizzying number of conditions, diagnosed or otherwise, arising from a damaged gut. Conditions
include food allergies/intolerances, enterocolitis (colon inflammation), autism, autoimmune
disorders, hypothyroid, and countless others. The GAPS theory argues that all of these
conditions are, if not outright caused by toxicity and nutritional deficiencies, at least all respond
well to treatment by way of total digestive overhaul. This is the experience of Dr. Natasha
Campbell McBride, M.D. (who I will refer to as Dr. NCM from now on), mother of an autistic
child, who developed the GAPS diet, wrote a book about it, and has used it to treat/as therapy
for hundreds of children and adults in her clinic struggling with the aforementioned conditions
with great success. When I refer to “the GAPS book”, I’m alluding to her book.
GAPS is a throwback to the good ole days, even just 60 years ago, when nutrition
wasn’t an “alternative”, but rather the first step in treating health issues. Nutrition was rightly
considered the foundation of health and vitality, and this was emphasized both in the home and
in professional medicine. Parents still gave their kids hot chicken broth and cod liver oil on a
regular basis to keep them well. These days, we are just plain confused. There is so much
conflicting information about health and nutrition being perpetuated by the medical industry,
corporate-influenced government, and our own misguided loved ones, that it’s hard to tell what’s
healthy and what’s not.
Ultimately, it is our intuitive bodies that will guide us, but we can also look to the
past-back even farther than the cod-liver oil and broth of our grandparents, back to the wise
longstanding traditions of our pre-civilized ancestors, who for the most part led lives that were
anything but “nasty, brutish, and short”. In the 1 930’s, a dentist named Weston A. Price traveled
the world, studying isolated traditional peoples (including Europeans). Those communities with
intact dietary traditions, living exclusively on local foods, had excellent bone structure, longevity,
ease of childbirth, and remarkable immunity to the slew of modern diseases we struggle with
today. He published his findings in a collection of case studies entitled Nutrition and Physical
Degeneration which is available for free online. The GAPS diet emphasizes foods like liver and
bone marrow, that have been considered important, and even sacred in many of the cultures
studied by Dr. Price.
So who is GAPS for? Well, I think anyone who wasn’t lucky enough to have
escaped the damaging effects of consuming a Standard American Diet (SAD) could benefit from
it. All sorts of health issues from depression to acne to allergies can be healed, or at least
helped, by addressing diet, healing the gut, and thus strengthening our overall health and
immunity. GAPS is one solid approach to this. We can’t control our genetics, but we CAN control
what we put in our mouths.
If you don’t have any serious health issues, or you aren’t ready to make this kind of
commitment, check out the the Weston A.Price Foundation website (www.westonaprice.org) or
the book Nourishing Traditions to gain an understanding of basic human nutrition and healing
with traditional diet principles.
2: GAPS, AN OVERVIEW7
gut dysbiosis, leaky gut, and gut immunity
The GAPS premise is that foundation of health is a highly nutritious diet, and a
healthy gut with a proper balance of gut flora to assist in digesting and assimilating these
nutrients. We literally have trillions of micro-organisms inhabiting our bodies. Our guts alone
have 1.5-2 kg of bacteria, much of which is located in the small intestine. “All these bacteria are
not just a chaotic, microbial mass, but a highly organized micro-world with certain species
predominating and controlling others. The number of functions they fulfill in our bodies are so
vital to us, that if our guts got sterilized, we would probably not survive.” (McBride, Gut and
Psychology Syndrome, p.1 5)
Gut dysbiosis, or the imbalance of healthy gut flora, allows for the overgrowth of
pathogenic bacteria, viruses, fungi, etc; which produce by-products such as acid that damage
the gut lining. A degraded gut lining means mal-digestion and malabsorption, causing nutritional
deficiencies and other problems.
These days, there seems to be a baffling epidemic of food allergies and
intolerances. For many, gut dysbiosis leads to Leaky Gut Syndrome, a condition in which the
degraded gut lining allows partially digested proteins to enter the bloodstream, which can be a
cause of food allergies and intolerances (frequently milk and gluten), as the immune system
reacts to the maldigested food particles as “foreign invaders” by producing antibodies to them.
Additionally, a huge amount of our immunity and ability to fight infection is in the
gut. When the gut-lining degrades, immunity suffers. Leaky gut and gluten intolerance have in
fact been pointed to as a CAUSE of autoimmune disorders. Paul Bergner has an excellent
article about this available for free online at http://medherb.com/Therapeutics/Gastrointestinal_-
_Leaky_gut.htm.
These are all simplified explanations. For a more complete understanding, read the
GAPS book or look on the website for SCD (www.pecanbread.org).
healing with the GAPS diet
The GAPS diet aims to “heal and seal” the gut lining, restore gut flora, and
correct nutritional deficiencies. The protocol for this is to eliminate complex
carbohydrates including sugars and starches, which means no white sugar, potatoes, no
grains, mostly no beans, no lactose, and any processed “newfangled” foods. The
foundation of this diet is high quality meat, fish, bone broth, properly cultured dairy,
vegetables, fruit, soaked/sprouted nuts and seeds and ferments like sauerkraut. It also
suggests supplementing with fermented cod liver oil and a high quality probiotic. Most
people are advised to follow the diet for about two years, and after that, many people can
reintroduce certain foods. Not the same old crap as before, because the good ole SAD is
probably what got you so sick in the first place.
So, about complex carbohydrates. A deficient gut cannot properly digest
them thoroughly, so any undigested matter can feed an overgrowth of pathogenic flora.
So, the theory goes, one must “starve out” the bad guys by eliminating their food source
while the gut is repopulated with beneficial flora from ferments and probiotic
supplements.
Like any diet, following it blindly isn’t wise. Seriously, don’t do it because I’m
telling you to! Everyone’s body is different, and your body will tell you what YOU need.
Getting in touch with our intuitive bodies can be challenging at first, for a number of
reasons. First of all, when switching to GAPS you are shifting from a carbohydrate
(sugar)-based metabolism to a fat-based metabolism, which may cause temporary mood
swings, fatigue, and sugar cravings while your body adjusts to burning fat for energy,8
non-allowed foods, a brief explanation
This is an overview of foods allowed/not allowed on the GAPS diet, with my own
commentary and the occasional adaptation. See the official allowed and non-allowed
foods in the GAPS book. The SCD website has a really extensive list at
www.pecanbread.org.
GRAINS AND STARCH-Gluten-free diets have been garnering much attention recently.
Well, many gluten-free foods are still loaded with starch and sugar, which negatively
affects an already unbalanced gut. Many people with deficient gut flora develop a gluten
intolerance. Additionally, many people with so called “leaky-gut” syndrome develop
wheat allergies. Starch is a polysaccharide (long chain sugar) that takes a lot of work to
digest, and if the gut is deficient, it doesn’t digest properly and instead feeds an
overgrowth of potentially harmful gut flora like Candida albicans.
So, no grains including wheat, quinoa, rice, corn; no high-starch produce including
potatoes, sweet potatoes, plantains, etc.
SUGAR-Simple sugars (monosaccharides), like those found in fruit (fructose), cultured
diary (galactose), and honey (glucose) are more easily digested and welcomed in
moderate amounts, though if there is a serious candida overgrowth fruit and honey may
need to avoided until gut flora starts to balance out. Complex sugars (di-and
polysaccharides) are not allowed, such as those found in cane sugar (sucrose),
uncultured milk (lactose), and as a byproduct of starch digestion (maltose). Complex
sugars are difficult for those with a deficient gut to digest, so they can feed a gut flora
imbalance. Consumption of too much of any kind of sugar can cause blood sugar to
spike and drop, causing fatigue, and processing a lot of sugar requires minerals and
vitamins, further contributing to nutritional deficiencies. Your body should primarily be
burning fat for energy, not carbohydrates. Processed sugar substitutes and concentrated
fructose should also be avoided.
So, no table sugar, maple syrup, uncultured milk, agave syrup, molasses, birch syrup,
rapadura, evaporated cane juice, sorghum syrup, fruit concentrates.9
PROCESSED VEGETABLE OILS-In their natural state these oils have unstable
polyunsaturated fats which are locked into nuts and seeds. When extracted they are
highly unstable and easily damaged by heat, oxygen, pressure, and light, and when
heated at a high temperature can turn into toxic trans-fats, which can “impair bodily
function on their most basic biochemical levels”. (McBride P.257). Even organic oils are
extracted at high enough temperatures to do this. Exceptions are cold-pressed olive and
flax oils. Vegetable oils are also far nutritionally inferior to quality animal fats. If you get a
chance, watch The Oiling of America, a lecture by Sally Fallon on the oil industry and its
demonization of animal fats. It’s free on youtube.
No canola, sunflower, safflower, soy oils; margarine (like Earth Balance), commercial
mayonnaise, condiments, shortening, or anything containing them like chips.
SOY-I won’t go into it much here, but the GAPS diet calls for soy to be avoided.
Traditionally fermented soy in the form of miso, tempeh, and natto can be reintroduced
when the diet has been completed.
BEVERAGES-No soda or sugary drinks. Fruit juice from the store is not allowed. No
beer made from grain. As for wine, it’s okay in moderation. but I would try to get sulfitefree.
PASTEURIZED (DEAD) MILK-A lot of people develop sensitivities to dairy, especially
cow dairy, and even cultured lactose-free diary. For many, the GAPS diet will heal the gut
enough that dairy can be carefully reintroduced (as well as other things the person was
previously sensitive to). Read more about it in the GAPS book (p.11 9-1 27: “What about
dairy?”) Modern pasteurization, which was only invented less than 200 years ago, is the
process of heating milk to high temperatures, which kills not only potential pathogens but
also beneficial bacteria, enzymes, and immune complexes naturally in the milk. It also
alters the biochemical structure of the milk, which denatures proteins including casein,
causing allergies and other issues. Pasteurization is so widespread because it allows
conventional dairies to factory farm cows with little regard for their health. For a farmer to
provide quality raw milk they must have rigorous standards for the cow’s (or goat, or
sheep, or buffalo, or reindeer’s) quality of life, health and diet. There’s plenty more info
online and in Nourishing Traditions. Culturing pasteurized (but not ultra-pasteurized)
dairy adds enzymes and good bacteria back, but culturing raw milk is far superior. Storebought yogurt and kefir, even live yogurt, usually hasn’t been cultured long enough to
digest all the lactose. So it’s best to make your own at first.
So, no uncultured dairy, store-bought cultured dairy.10
foundation foods
All “foundation foods” should be as natural and whole as possible (or rather, as you can afford),
be it organic, pasture-raised, local, wild-harvested, and most preferably from someone you trust.
FAT-Animal fat should be the bulk of fat consumed. It is the best choice for your high-heat
cooking/baking/frying needs.The Diet-Heart Hypothesis, or the myth that saturated fat and
cholesterol, namely those found in animal fats, cause coronary heart disease was called by
George Mann “the greatest scientific deception of our times” (For more info:
http://www.ravnskov.nu/cholesterol.htm). Animal fats are not only edible but are preferable, and
were consumed liberally by every robust and healthy isolated population studied by Dr. Weston
A. Price, with no link to coronary heart disease. Virgin coconut oil is also stable at high heat, and
cold-pressed virgin olive and flax oils are excellent but should not be heated.
Yes to all natural animal fat: pork lard, rendered sheep, duck, cow, bear fat, butter, and coconut
oil for cooking. Olive and flax oils unheated.
MEAT-High-quality meat, every part of it, bone broths, and organ meat. Meat, fish, and other
animal products have the highest content of vitamins, amino acids, minerals and other nutrients
of any food, in the most digestible forms. For example, the richest sources of dietary vitamin A
are liver, fish, egg yolks, and butter. Bone broths and meat stocks provide gelatin, which is
particularly healing for the gut lining and immune system. Meat from ruminants, like cows, goats,
and sheep should be pasture-raised. Ruminants are not made to eat grain, whether or not it is
“organic”.
ORGAN MEATS, ESP. LIVER-This one gets its own section. Some cultures, like the Neurs on
the Nile River in Ethiopia, consider liver so sacred that they aren’t allowed to touch it with their
hands. They use spears and special sticks to move it. It was consumed both raw and cooked by
nearly every culture studied by Dr. Price. It is high in protein, is the most concentrated natural
source of vitamin A, high in B vitamins, folic acid, and trace elements. Regarding toxicity: “One of
the roles of the liver is to neutralize toxins (such as drugs, chemical agents and poisons); but the
liver does not store toxins. Poisonous compounds that the body cannot neutralize and eliminate
are likely to lodge in the fatty tissues and the nervous system.” (WAPF Liver Files
http://www.westonaprice.org/food-features/liver-files) We should be eating high-quality pastured
meat anyway so any toxins present should be minimal anyway.
Yes to liver, kidney, brains, heart from trusted sources.
EGGS AND CULTURED DAIRY-Cultured dairy provides high quality fat, vitamin D, and other
nutrients. Cultured dairy provides a good dose of beneficial bacteria for the gut, including
Lactobacilli. Also lactic acid in cultured diary is soothing to inflamed gut lining. Hard cheeses are
okay if you can digest them.
Yes to yogurt, kefir, sour cream, crème fraiche, piima cream, butter and ghee; from goat, cow, or
sheep.
EGGS-Eggs are highly nutritious. It is recommended to consume raw egg yolks frequentlycracked into soups, or fried eggs with the yolks runny. Dr. NCM recommends 4-8 raw egg yolks,11
PRODUCE-Pretty much any non-starchy fruit and vegetables are good. Ideally they’re
organic/non GMO/pesticide free. Wild greens and berries and roots (make sure they aren’t too
starchy) are free, great, and nutritionally superior to domesticated produce. Be sure to use
strong ethics when wild-harvesting of course, and even better, go for the weeds. Pick some
dandelions from your yard. Also, in general, don’t go too crazy on the fruit, especially if you have
a candida overgrowth. Also only eat organic versions of the following produce, as they are the
most heavily pesticided: spinach, cherries, peaches, apples, strawberries, celery, sweet
peppers, nectarines, and pears.
NUTS/SEEDS/CERTAIN LEGUMES-Non-rancid, preferably that you shell yourself or are at
least raw when you buy them, and must be properly soaked overnight and rinsed, or sprouted,
then dehydrated or roasted if you want ‘em dry. Lentils and white navy beans are the only beans
permitted, and only if you soak them overnight, and some people still have problems digesting
them. Nuts, seeds, grains and legumes all contain phytates, also called phytic acid, or what
many nutritionists call “anti-nutrients”, which make them difficult to digest unless they are
processed correctly. Why? It makes sense if you think about it, it’s a reproductive advantage for
them. They are all essentially seeds of various plants that are trying to pass through the
digestive systems of animals intact so they can then be pooped out and sprout a new little plant
in a big pile of poopy fertilizer. One thing to note is that the nuts of store-bought nut butters
generally haven’t been properly prepared so it’s ideal to grind your own if possible. You can
make great baked goods out of nut butters, and nut flours, as well as coconut flour. There’s a
million recipes in books and on the internet for GAPS-friendly baked goods.
SWEET THINGS-Raw honey is permitted. Also don’t go too crazy on it because it can spike your
blood sugar and feed candida overgrowth if that is an issue. Unprocessed stevia is good.
Sweeten baked goods with dried fruit. After a little while eating this way, the thought of cane
sugar will probably be overwhelming and things like dried bananas and dates will be sufficient to
satisfy your sweet tooth. The Primal Bodies, Primal Minds book by Nora T. Gedgaudas has good
information about limiting sugar consumption and the epidemic of insulin-resistance.
BEVERAGES-Weakish, freshly made coffee and caffeinated tea is okay. Caffeine can be okay
in moderation if its compatible with your constitution. Strong coffee and tea can irritate an
already inflamed digestive tract. Coconut milk makes a great coffee and tea creamer, way better
than nut or seed milks. As for alcohol, the GAPS diet says that distilled spirits like vodka,
whiskey and gin are okay, but they aren’t required to list their ingredients so often the
mainstream stuff has questionable additives. Wine is fine in moderation (sulfite-free if you can
manage). I would recommend making your own alcohol, and since you’re trying to heal yourself
anyway check out Sacred and Herbal Healing Beers by Stephen Herrod Buhner for instructions
on making mead and cider. Then you can be sure of the quality of all the ingredients that go into
it. There’s also a whole array of “small beers”: homemade probiotic beverages with a small
amount of alcohol so you could drink them every day with less of a load on your already
struggling liver.
FERMENTS-KRAUT! Making your own kraut is easy and affordable. The GAPS diet
recommends eating some probiotic food with every meal. This also includes all the cultured dairy
mentioned above, kvass (like beet kvass), lacto-fermented pickles, and numerous other things.
Wild Fermentation by Sandor Katz has simple instructions for making a variety of fermented
foods.12
supplementation
A note: I was very resistant to supplementation at first, because my experience
that they’re for the most part expensive, faddish, and most of them useless.
However, I was convinced to take a select few and they seem to be going a long
way.
FERMENTED COD LIVER OIL-For centuries northern cultures of Russia,
Scandanavia, Canada, Iceland, and others have fermented fish livers and guts
and eaten the oil produced by it. Traditionally-fermented cod liver oil provides
vitamin A and D in easily digestible forms, as well as cholesterol and omega-3 fatty
acids. It’s best to take the traditionally fermented stuff, because standard
processing methods destroy a lot of the natural vitamins A and D in the oil, so
synthetic forms are often added back which defeats the purpose.The only
company that I know of that makes traditionally fermented cod liver oil is Green
Pasture, which you can order online (see end for sources). Recommended dosage
is ½ tsp to 1 tsp a day.
PROBIOTICS-Consuming fermented foods like yogurt and kraut goes a long way
in re-establishing gut flora, but supplementing with a high-quality probiotic
supplement, like BioKult, will increase die-off of toxic gut flora and proliferate the
good stuff like Lactobacilli, Bifidobacteria, as well as soil bacteria, which is a
transitional bacteria we all used to have in our guts when humans still drank from
natural water sources, and others. There’s information in the GAPS book about
using enemas to introduce probiotic bacteria directly into the colon.
OTHER SUPPLEMENTS-Additional supplements can be taken, like digestive
enzymes, or a nut/seed oil blend, but I would suggest trying to get all the nutrients
you can from food sources, and taking all supplement suggestions with a grain of
salt. For instance, artichoke leaf is a good bitter herb that stimulates hydrochloric
acid production, so try that before spending a wad of cash on an HCL supplement.
We’re trying to make this affordable here.13
GAPS compared to other diets
PALEO/PRIMAL DIET
The general concept of the paleo diet is that humans were healthiest when eating a preagrarian diet and that the advent of agriculture approximately 1 0,000 years ago, with it’s subsequent
explosion in grain consumption, is the root of most modern health problems. While paleo and GAPS are
remarkably similar (minus paleo permitting of starch and uncultured dairy) the difference is that GAPS is
specifically a gut healing diet that one adheres to for a period of time, whereas the paleo/primal diet is
more of a life-long “blueprint” based on an interpretation of a hunter-gatherer or pastoral diet. One
critique I have of some of the paleo/primal diet philosophies is that they seem to make assumptions of
what hunter-gathering humans must have eaten without much actually historical evidence, and with little
acknowledgment of contemporary hunter-gatherer cultures. The Weston A. Price foundation has much
more solid information on this. The best information I’ve found about paleo diet philosophy is at
www.chriskresser.com.
NOURISHING TRADITIONS/WESTON A. PRICE PHILOSOPHY
As I mentioned before, Dr. Price traveled the world studied the remarkably healthy isolated
cultures with intact food traditions, and recorded the devastating changes that took place following the
adoption of modern processed foods. He documented his findings in his book Nutrition and Physical
Degeneration which is available for free online.
Along came Sally Fallon and Mary G Enig, who started the Weston A. Price Foundation
and wrote Nourishing Traditions, which is part food philosophy, part cookbook. Unlike the paleo/primal
diet, which is specifically based off a modern interpretation of a strictly hunter-gatherer diet, this
philosophy and book includes wisdom from traditional cultures who have incorporated agricultural staples
into their cuisine, but, knowing that things like grain, lactose, and nuts/seeds/legumes are difficult to
digest, have developed low-tech methods of processing them to make them more digestible. Examples
include introducing sourdough culture to wheat, using lime to process corn, and fermenting beans. Much
of this wisdom has been lost with the transition to large-scale industrial agriculture and oppression of
traditional cultures.
ANTI-CANDIDA DIETS
Anti-candida diets have received much attention recently. The overgrowth of a family of
yeasts, Candida, which exists naturally in our healthy bodies but is tightly controlled by beneficial
bacteria, becomes invasive in our bodies and produces toxic substances such as acetaldehyde and
constant low levels of ethanol. A popular anti-candida diet eliminates all sugars, including fruit, yeast,
fungi and fermented foods. However, candida lives in the digestive system along with 500 or more other
microbes. The anti-candida diet doesn’t necessarily eliminate starchy vegetables or grains, so if these
complex carbohydrates are consumed, they can ferment and putrify in a deficient gut, becoming a source
of toxins and food for the candida and other unwanted flora. I would recommend doing more research,
but what what I’ve read is that if there is a candida overgrowth, following the GAPS diet strictly and
additionally limiting consumption of carbohydrates, sweets, and nuts will reign in the systemic candida.
3: DISCUSSIONS14
herbs and GAPS
Healing with herbs falls short if diet is not addressed. And nutritional healing plans
could benefit much from the use of herbs. It appears that the main philosophies of the GAPS diet
such as limiting carbohydrate intake, emphasizing high fat and moderate protein consumption,
and restoring healthy gut flora, have been incorporated into the practices of a lot of contemporary
herbalists, including Phyllis Light, Paul Bergner and Susun Weed.
I spent some time researching herbs that would be compatible with the strict GAPS
diet. If one was strictly eliminating ALL complex carbohydrates, that would mean disallowing
mineral-rich, liver supporting roots like burdock and dandelion because they contain inulin (a
polysaccharide), and mucilagenous herbs like marshmallow and plantain, which can be
beneficial for inflamed guts.
The thing is, Dr. NCM the person who developed the GAPS diet is notan herbalist.
Actually the practice of “starving out” complex sugars was borrowed from the Specific
Carbohydrate Diet, which was developed by Elaine Gottschall (also not an herbalist) who breaks
it down scientifically and has an extensive list on her website of all technically “illegal” and “legal”
foods based on their content of complex carbohydrates.
I talked to a few herbalists about it. Dr. Kenneth Proefrock, an amazing herbalist
and naturopath I met who works with low-income patients at a clinic in Phoenix, has treated
autistic patients using GAPS. As for marshmallow or plantain, he doesn’t split hairs. He’ll just use
trial and error and if it seems like the symptoms intensify, he’ll forgo those plants and try others.
The author of the GAPS Guide says there are advantages to weaning off herbs and
supplements when starting GAPS.
“There are multiple reasons to take only what’s necessary during the early stages of healing.
They include:
1. An opportunity to see what it is our body is actually experiencing.
2. An opportunity to witness the impact of and healing effects of food.
3. An opportunity to learn how to adjust diet to relieve symptoms and promote healing.
4. Avoidance of gut aggravation by extra ingredients commonly found in supplements.
5. Elimination of unnecessary expenses, money which can be put into food and other critical
resources.”
But he goes on to explain, “All of this said, the aspect of including elements as
specifically indicated by your body several months into healing must be recognized. Supplements
and medications can indeed be useful adjustments to a powerful healing protocol…the key thing
is to allow your body and mind to see the effects of a simple, food-based program rather than
leaping from one symptom-specific remedy to another. In other words, a remedy should be a
minor adjunct approach to a program that is well-thought out, longer term, deeply nourishing,
otherwise free from gut aggravators, and actively healing.”
(http://gapsguide.com/2011/11/14/supplements-gaps-illegals/)
That’s all I have figured out so far. I intend to look into it more in the future, and as
GAPS and similar diets gain visibility, I expect more will be known and published about how to
use the diet in harmony with herbal medicine.15
digging deeper
Many people use the GAPS diet to heal specific diagnoses, like Crohn’s disease or
Irritable Bowel Syndrome, with great success. Then there are people like me, whose health
struggles are still somewhat mysterious. But I can’t stand not feeling well, and I particularly can’t
stand knowing exactly why, or if it will ever go away. I guess that’s one reason they call it GAP
syndrome-many of us fall into “gaps” in the medical system, where WE know something’s wrong
with us, we can’t figure it out, and the only common diagnosis is hypochondria. Very often the
issue stems from or is exacerbated by poor gut health.
Since I started the GAPS diet five months prior to writing this zine, I’ve seen huge
improvement in my own health. A lot of “fog” has lifted. I’m digesting better, I feel stronger and
clearer, my immune system is stronger, my food intolerances are fewer. I don’t have the
unpredictable energy spikes and drops I once did. I’ve developed an sophisticated awareness of
my own body and its cycles and limits. I have developed something of a sixth sense about food,
where I can generally predict how a food will make me feel before I eat it.
This moment is a snapshot in my healing journey. I still feel tired and run-down a
lot. I still have mysterious symptoms like occasional low-grade fevers and brain fog. Frequently
I’ll sleep for 11 or 1 2 hours at night. I can’t travel hard, I can’t get drunk without it hitting me like a
bag of bricks the next day.
Health is a puzzle, and knowledge is power. For those of us without an obvious
diagnosis from conventional medicine, there cannot therefore be an obvious prescription from
conventional medicine. One approach to healing, if specific medical conditions are not
diagnosed, is to simply put one’s trust in this diet and see if a lot of the mysterious symptoms
disappear. The GAPS diet seems to be a panacea for some, but not all. Sometimes we need to
dig deeper. While the treatment plans offered by conventional medicine are often bleak
(pharmaceutical cocktail, anyone?), the tests they offer can be useful, especially if the issue is a
chronic infection, as these cannot always be healed completely by addressing gut health.
Examples include Epstein-Barr virus and Lyme disease. The trick is being stubborn and doing
your own research. Luckily, once the diagnosis is clear, it may be easier to find alternative
healers who can supplement the GAPS healing program with pointed treatments specific to the
condition.
A lot of GAPS people take this opportunity to investigate other environmental
factors and reduce their toxic load for the sake of their health. I’ve heard folks talk about getting
mercury fillings replaced, switching to non-toxic cleaning products and personal care products,
and getting out of their moldy houses.
Since the time I started writing the zine, I’ve spent a lot of time investigating my
own health. Only recently have I realized that mold illness may explain many of my symptoms.
While I feel confident that the GAPS diet will help me detox from this, identifying this as a
possible cause will help me seek out more specific treatments.16
1. Ease in at your own pace. You are shifting from a carbohydratecentered metabolism to a fat-centered metabolism. It can be challenging to go “cold
turkey” if you usually eat a lot of carbs. If it’s really difficult, try giving up one thing a
week, like gluten, then sugar, then grains, etc. The GAPS book recommends
following an Introduction Diet, where you start off with just broth and soups and
slowly add in other allowed foods to test for food sensitivities and do some focused
healing of the gut. If you’re having issues giving up carbs, one option is to do the
Intro Diet BACKWARDS, then forwards again.
2. Prioritize “adding” over “subtracting”. There is a wise concept in
western herbal traditions that says TREAT DEFICIENCIES FIRST. Don’t exhaust
yourself trying to eliminate all the non-allowed foods immediately. Focus FIRST on
incorporating the nourishing foods, particularly broth, organ meats, ferments, etc.
Then it will be easier and more sustainable to start cutting out the damaging foods
(sugar, starch, etc). Again, you can try to do the Intro Diet backwards.
3. It’s going to get worse before it gets better. It can be a confusing
thing. Detox reactions can be dramatic and often feel like a relapse or worsening of
one’s symptoms, especially when introducing fermented foods or probiotics. It can
be too much stress on the body to detox too quickly, so NCM says, try adding
ferments and probiotics slowly, and when the detox reaction subsides a bit, add a
little bit more.
4. Support your emotional health. Don’t let it food take over your life.
Stress, and anxiety can be some of the biggest barriers to healing. Many fall into
the trap of obsession over what they are eating, and guilt associated with
“cheating”. When I feel down, I take inspiration from that Aaliyah song-”if at first
you don’t succeed, get yourself up and try again” . Spend time cooking with friends,
and celebrate your food. Eating and healing should be a deeply fulfilling activity. If
it’s not, why are you doing it?
4. TIPS AND TRICKS17
making it cheap and doable!
BUY BULK stock bones, meat, raw milk, etc and split the cost with friends.
RAISE YOUR OWN chickens or ducks for eggs, raise your own meat rabbits, grow your own
produce in your garden.
MAKE FRIENDS WITH FARMERS and see if you can do work-trade (like help with a slaughter)
to get good stuff like bones and organ meats that they might not sell retail anyway.
PARTICIPATE IN A SLAUGHTER: It’s a way to connect directly with your food source and
assure that the process is humane. You don’t even have to raise the animal yourself, you can
look on craigslist and people will practically be giving away roosters and non-laying hens and
male ducks, etc.
WILD FORAGING: Be nourished by the wild. Nature provides wild greens, roots, mushrooms
and berries which often grown in your yard as weeds. Take great care to practice ethical
harvesting practices. It should be noted that, since humans have so severely disrupted the
earth’s ecosystems, animals like deer and even wild boar overpopulate many areas and hunting
tags are inexpensive for them.
URBAN FORAGING: Dumpster fancy meat and produce from Whole Foods or Trader Joe’s.
Keep an eye out for fresh roadkill deer and raccoons. Locate the good fruit trees in people’s
yards around town, get a food dehydrator, and go buck wild.
recipes/meal ideas
These are foods that I make and eat a lot. Therefore, they contain a lot of dairy and eggs. I
encourage you to do your own research on the many GAPS/SCD/paleo websites for dairy-free,
egg-free, nut-free, and other allergen-specific recipes!
CHICKEN BROTH
Take a whole chicken cut into parts, or chicken pieces on the bone, put them in a crock pot and
fill it to the top with water. Add carrots, leeks, onions, or whatever you want to impart flavor into
the broth. Add a dash of vinegar and let it sit for about a half an hour to draw minerals from the
bones. Bring it to a boil, and skim the foam off the top. Let it simmer on low heat 3-4 hours.
Strain out the bones and vegetables, and pick out the chicken pieces to eat later (make chicken
pancakes!). Broth freezes well in yogurt containers, or keeps well in the fridge in mason jars for
a few weeks.
GRAIN-FREE PANCAKES
Peel any type of winter squash and blend it in a food processor or chop finely. Mix in a dollop of
nut butter, and crack an egg or two into it. Experiment with proportions until you’ve figured out a
good consistency for the batter. Cook in a cast iron pan on low, covered, in lard, ghee, butter,
duck or other animal fat, or coconut oil. You can add a dash of salt, a bit of honey, or sliced
bananas.18
BASIC MAYONNAISE (from healingnaturallybybee.com)
1 whole medium or large egg
2 tablespoons lemon juice, freshly squeezed
1 cup extra virgin olive oil
1/4 teaspoon mustard, optional and to taste
1/4 teaspoon ocean sea salt, to taste
1. Beat egg in a blender on low speed.
2. Add lemon juice and seasoning, if desired.
3. Continue to blend on low, or by pulsing it, and slowly drizzle in the olive oil through the small
opening in the top.
4. Continue blending until smooth.
5. It will keep for about 2 weeks in an airtight container in the refrigerator.
Note: You can also cut the olive oil with half melted coconut oil, which makes it a lot milder. OR
substitute melted bacon fat for the olive oil. YUM.
POACHED EGGS
I’ve become addicted to these. Yum.
Boil water in a small saucepan. Turn down to a simmer and add a dash of apple cider vinegar.
Use a spoon and swirl the water into a “whirpool”. Crack an egg or two in the center of the
vortex. Cook for two or three minutes until the white is cooked and the yolk is still runny. Strain
and eat with lots of butter.
traveling and healing
Staying in one place, while immensely challenging for some of us, can be a huge catalyst for
healing. It’s been a learning experience for me to not divulge the instinct to run away. However,
the reality is that we all must abandon the hearth at times out of necessity, even when trying to
heal, for our friends & loved ones or for much needed mental health vacations. Here’s some
ideas for what you could eat if you must travel.
-Canned sardines in olive oil
-Canned tuna. Good with an avocado smashed in it.
-Smoked salmon
-Hard-boiled eggs with butter or animal fat.
-Jerky-turkey, beef, venison, salmon. Make it yourself to assure it doesn’t have unwanted
preservatives or sugar.
-I like to carry a jar of bacon fat to put on food and cook with. With a secure lid.
-If you can digest the small amount of lactose, unsweeted store-bought yogurt.
-Soak nuts and seeds ahead of time, and dehydrate fruit yourself. If this isn’t possible, prioritize
roasted nuts over raw, and only go for the unsweeted dried fruit.
-Make a lot of kraut and carry it with you in very well-sealed containers19
5. RESOURCES
BOOKS
-Gut and Psychology Syndrome: Treatment for Autism, Dyspraxia, ADD. , Dyslexia, ADHD,
Depression, Schizophrenia by Natasha Campbell-McBride
-Primal Body, Primal Mind: Beyond the Paleo Diet for Total Health and a Longer Life by Nora T.
Gedgaudas
-Nourishing Traditions: The Cookbook That Challenges Politically Correct Nutrition and the Diet
Dictocrats by Sally Fallon and Mary G. Enig, PhD.
-Sacred and Herbal Healing Beers: The Secrets ofAncient Fermentation by Stephen Harrod
Buhner
-Wild Fermentation by Sandor Katz
-Breaking the Vicious Cycle by Elaine Gottschall
-The Vegetarian Myth: Food, Justice, and Sustainability by Lierre Keith
WEBSITES
www.gapsdiet.com
www.westonaprice.org
www.pecanbread.org
This is the website for the Specific Carbohydrate Diet. There’s a great recipe section.
www.chriskresser.org
This guy, Dr. Chris Kresser, has an EXCELLENT “Beyond Paleo” website. Tons of info about
grains, dairy, leaky gut and other health issues, gut flora…and as well as GAPS info. Great
podcast show too.
www.healingnaturallybybee.com
Bee offers a diet plan similar to GAPS. The highlight is her recipe section.
www.greenpasture.org
Source of traditionally fermented cod liver oil.
www.medherb.com
This is the site for the Medical Herbalism publication that’s edited by clinical herbalist Paul
Bergner. There is some excellent information about leaky gut and autoimmunity.

6. CONTACT
Feel free to email me with questions, comments, your own story, if you want to do food tradesI
eatsomedamndandelions@gmail.com

ΕΠΑΝΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ: ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ

 

 

 

 

 

 

 

Ένα επείγον μήνυμα προς τους «παράφρονες» τους θυμωμένους» τους «ασταθείς», τους «χαοτικούς», τους «καταθλιπτικούς»… ΟΣΟΥΣ ΕΧΟΥΝ Ή ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ ΝΑ ΣΤΙΓΜΑΤΙΣΤΟΥΝ ΜΕ ΤΗΝ ΤΑΜΠΕΛΑ ΤΟΥ ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΗ

 

“Απ’ όσο γνωρίζουμε, ζούμε μόνο μια φορά. Γιατί θα πρέπει να τη χαραμίσουμε προσπαθώντας να προσαρμοστούμε στις ολοένα και πιο απαιτητικές προσδοκίες αυτής της παραφρόνως λειτουργούσας κοινωνίας που ολοένα και περισσότερο λειτουργεί με όρους παραφροσύνης, τη στιγμή που υπάρχουν τόσα για να ζήσει, να εξερευνήσει, να βιώσει και να ανακαλύψει κανείς; Μόνο οι από τα κάτω μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και οι παλιές δομές καταναγκασμών και καταπίεσης θα καταρρεύσουν αναπόφευκτα όταν καθένας από μας και όλοι μαζί σταματήσουμε να τις στηρίζουμε και να τις αναπαράγουμε.”

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΝΑΡΧΙΚΗ  ΔΡΑΣΗ

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ

 

325 zine & newswire

(English)

325.nostate.net                                            

ContraInfo

(multilingual)

contrainfo.

espiv.net

Act For Freedom Now!

(English)

actforfree.nostate.net

War on Society (English)

waronsociety.noblogs.org

This Is Our Job (English)

thisisourjob.noblogs.org

Culmine (Italian/Spanish)

culmine.noblogs.org

Liberacion Total (Spanish)

liberaciontotal.lahaine.org

InformaAzione

(Italian)

informaazione.

info

Black Bloc (Russian/English)

blackbloc.info

Direct Action News from

Germany (German/English)

directactionde.ucrony.net

Viva la Anarquia (Spanish)

vivaanarquia.espivblogs.net

Non Fides (French)

nonfides.

fr

Breves du Desordre

(French)

cettesemaine.free.fr/spip/

Bite Back (English)

directaction.info

Negasi (Indonesian)

negasinegasi.

blogspot.com

Takku (Finnish/English)

takku.net

DET VILDA MOTSTΕNDET

(Swedish)

dvm.webblogg.se

Anger News from Around the World (English)

sysiphusangrynewsfromaroundtheworld.blogspot.com

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΘΕΣΗ ΝΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΟΥΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΝΩΝΥΜΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΕΙΧΕ αναρτηθεί παλιότερα στην ιστοσελίδα της κολεκτίβας 325 το 2003 και το οποίο αναδημοσιεύτηκε και επανεκδόθηκε στο διαδίκτυο το 2011. Δεν ταυτιζόμαστε πλήρως με αυτό και είμαστε αρκετά απαισιόδοξοι για τις προοπτικές που ανοίγονται διαμέσου μιας, σε παγκόσμιο επίπεδο,  διάδοσης/διάχυσης μιας κουλτούρας που αποβλέπει στη «θεραπεία» της γης ή των μαζών της κοινωνίας – όπως αναδεικνύεται από την πορεία της ιστορίας, η αποτίναξη του υποζυγίου των κοινωνικών υποχρεώσεων, η επανοικειοποίηση και ο εκούσιος επανακαθορισμός της ζωής, πάντα είναι ζήτημα των μειοψηφιών, οι οποίες βρίσκονται σε ένα διαρκή αγώνα και αναζήτηση, δημιουργώντας μοναδικές στιγμές αίσθησης, βιωμάτων και ελευθερίας. Ίσως, λόγω της δομής της τεχνικομηχανικής μαζικής κοινωνίας και των όρων μάζας που επιβάλλει, είναι αναπόφευκτη μια διάχυση και διάδοση μαζικής θεραπείας που καλείται να παίξει το ρόλο ενός ερμηνευτικού εργαλείου στα ερείπια και την αποσάθρωση της. Προς το παρόν, στοχεύουμε στην απελευθέρωση σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, δυο αναπόφευκτα αλληλένδετες και συνοδοιπόρες διαδικασίες. Απελευθέρωση από το κελί μέσα στο οποίο γεννηθήκαμε και από όσους περισσότερους καταναγκασμούς μπορούμε.

Μια τέτοια επιλογή καθιστά αναγκαία την αποδόμηση και, εν συνεχεία, το ξεπέρασμα όσων περιορισμών και εμποδίων επινοούνται ώστε να καναλιζάρουν συμπεριφορές σε συγκεκριμένα καλούπια, ευνουχίζοντας κάθε έννοια διαφορικής σκέψης ή αυθόρμητης αντίδρασης  (βλέπε ορισμό της φυσιολογικής/κανονικής συμπεριφοράς) αποσκοπώντας εν τέλει στην υποταγή και χειραγώγηση του ανθρώπινου πνεύματος. Οδεύοντας προς τη συνολική απελευθέρωση από κενές νοήματος (self-fulfilling) διαγνώσεις ψυχικών ασθενειών, γιορτάζοντας και απολαμβάνοντας τη μοναδικότητα των ιδιαιτεροτήτων και δυσλειτουργιών μας – των αρνήσεων μας να σκλαβωθούμε αποτελώντας γρανάζια και επιμέρους εξαρτήματα μιας πολυμηχανής.

Επίσης αξίζει να διαβάσετε την μπροσούρα «Πέρα από την Αμνηστία» (μπορείτε να την κατεβάσετε από την ιστοσελίδα www.325.nostate.net). Το περιεχόμενο της συνιστά μια απόπειρα διάτρησης και κατά μετωπών επίθεσης στην ψυχιατρική και την κοινωνία-φυλακή που μας οδηγεί στην αυτοκαταστροφή. Στοχαστές που τάσσονται ενάντια στην ανάπτυξη (anticivilisation) όπως η Τζέλις Γκλέντινγκ {1}, ο Τζον Ζερζάν {2} και o Ντέρικ Ντενσεν {3} έχουν εντοπιστεί την παθολογία της σύγχρονης κοινωνίας στις ρίζες της εξημέρωσης και την ολοένα αυξανόμενη προσαρμογή σε πρότυπα ελέγχου, καταστολής, κατάχρησης και αυτοκαταστροφής. Επιχειρηματολογούν υπέρ της εθελούσιας, σκόπιμης και συνειδητής παραβίασης των επιβαλλόμενων προτύπων ελέγχου και επιτήρησης, κοινωνικά πρότυπα που ενσταλάζονται μέσα από τη λειτουργία των κοινωνικών θεσμών, θεσμοί που δεν είναι τίποτα παραπάνω από μηχανισμοί μύησης και εμπέδωσης του κυρίαρχου καθεστώτος. Μέσα από την επιχειρηματολογία τους αυτή διεκδικούν την επιλογή στην εκούσια αυτό-εξουσία και αυτονομία.
Δεν λησμονούμε τις αυτοκτονίες που προέρχονται από την κατάχρηση φαρμακευτικών ουσιών και υποστηρίζουμε ότι τέτοιοι θάνατοι είναι δολοφονίες, των οποίων ηθικός αυτουργός είναι αυτό το ολοκληρωτικό σύστημα που διεισδύει σε κάθε πτυχή της ζωής μας. Βιώνοντας μια τέτοια υπαρξιακή πάλη, δηλώνουμε ότι θα αντισταθούμε, ταγμένοι στον επαναστατικό πόλεμο, μέχρι το τέλος.

 

 

 

 

 

 

ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΜΗΝΥΜΑ ΠΡΟΣ ΟΣΟΥΣ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΝ ΑΠΟ Ή ΕΧΟΥΝ ΗΔΗ ΣΤΙΓΜΑΤΙΣΤΕΙ ΩΣ ΨΥΧΙΚΑ ΑΣΘΕΝΕΙΣ

by anonymous, 325 Website 2003

 

 

• ΠΟΥΛΩΝΤΑΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΓΙΑ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ•

 

ΕΙΝΑΙ ΕΥΡΕΩΣ ΓΝΩΣΤΟ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ ΤΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗΣ ΕΧΟΥΝ ΑΥΞΗΘΕΙ ραγδαία τις τελευταίες δεκαετίες. Πρόκειται για μια αύξηση η οποία προφανώς δεν προβλέπεται να ανατραπεί, από τη στιγμή που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) σε πρόσφατες αναφορές του προβλέπει ότι μέχρι το 2020,  η κατάθλιψη θα αποτελεί το δεύτερο σε συχνότητα πρόβλημα υγείας, σε παγκόσμια κλίμακα. Η κατάθλιψη έρχεται δεύτερη, ακριβώς μετά από τις καρδιακές παθήσεις, ενώ η εξήγηση που προβάλλεται προς αιτιολόγηση αυτών των αποτελεσμάτων αναφέρεται στην μέχρι πρότινος υποτίμηση του ποσοστού των ατόμων που έπασχαν από την “ασθένεια” της κατάθλιψης.

Θα ήταν άτοπος ένας συσχετισμός μεταξύ του παράγοντα «συναισθήματα κενού και αχρηστίας», που προβάλλονται ως χαρακτηρίστηκα σημεία κατάθλιψης, και από των «συνθηκών που διέπουν την κοινωνία» μες την οποία ζούμε; Μια κοινωνία, η αναπαραγωγή της οποίας στηρίζεται σε ατομικότητες που χρησιμοποιούν την κατανάλωση και την μαζική ψυχαγωγία ως βαλβίδα εκτόνωσης και αποσυμπίεσης προκειμένου να αποφύγουν να σκεφτούν πόσο μίζερη είναι η ζωή τους και να συνειδητοποιήσουν τη ματαιότητα της ατέρμονης πάλης για οικονομική επιβίωση ή την ολοένα αυξανόμενη καταστροφή του πλανήτη. Οι “ειδικοί”, αμειβόμενοι από φαρμακευτικές εταιρείες (άρα υπέρμαχοι υποστηρικτές και πιόνια αυτών) θα υποστηρίξουν κατηγορηματικά ότι η κατάθλιψη είναι μια εγκεφαλική δυσλειτουργία η εκδήλωση της οποίας οφείλεται σε μια “χημική ανισορροπία” και στην λειτουργία κάποιων ελαττωματικών γονιδίων για τα οποία δεν υπάρχουν ακόμη επαρκείς πληροφορίες ώστε να μπορούν να προσδιοριστούν. Τίθενται όμως κάποια ερωτήματα για τη λειτουργία, τους μηχανισμούς επιρροής και επίδρασης του περιβαλλοντικού παράγοντα, για παράδειγμα, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι στην Αφρική ο όρος «κατάθλιψη» ήταν άγνωστος πριν γίνει αποικία. 

 

“Η κατάθλιψη έχει ανακηρυχτεί ως φαινόμενο που  λαμβάνει διαστάσεις επιδημίας που απειλεί περίπου το 20% της παραγωγής. Στις μέρες μας, καταθλίψεις βαριάς μορφής εμφανίζονται σε συχνότητα 10 φορές μεγαλύτερη σε σχέση με 50 χρόνια πριν, ενώ το εύρος ηλικίας των ατόμων που νοσούν έχει μειωθεί κατά μια ολόκληρη  δεκαετία σε σχέση με την προηγούμενη γενιά.

Τέτοια συναισθήματα και συμπεριφορές πιστοποιούν τη συσσώρευση απογοήτευσης και απελπισίας με αποκλειστική κατεύθυνση το αδιέξοδο, τη στιγμή που ο κοινωνικός και πολιτισμικός περίγυρος, όχι απλά παρουσιάζει σημεία σήψης αλλά έχει πλήρως απονεκρωθεί.

Η δυσαρέσκεια ή ακόμα και η εναντίωση έχουν μετατραπεί σε προϊόντα προς πώληση στην αλλοτριωμένη κοινωνία του θεάματος σαν εικόνες που αφομοιώνει κάθε αντίδραση εν ήδη μόδας. Εν τω μεταξύ, τα κρούσματα αυτοκτονίας, ίσως ενδεικτικό σημείο για το τελευταίο στάδιο μιας νοσούσας κοινωνίας, αυξάνονται με σταθερό ρυθμό.”

 John Zerzan

 

Στην καλύτερη περίπτωση η κατάθλιψη θεωρείται ως αναγκαίο κακό αλληλένδετο με την “πρόοδο” — όπως ακριβώς οι “πολιτικές δολοφονίες” θεωρούνται και καταλογίζονται ως  παράπλευρη απώλεια σε συνθήκες πολέμου – αλλά οι “ειδικοί” πάντα καθιστούν μόνη λύση τέτοιων προβλημάτων την αύξηση της επιστημονικής έρευνας. Μέχρι την επινόηση αυτών των μυθοπλασιών περί ελαττωματικών γονιδίων και υποσχέσεων περί πρόσβασης σε μια ευτυχία που όλοι έχουν τη δυνατότητα να ζήσουν σε ένα  τεχνο-εικονικό (techno-virtual) “παράδεισο” με την ιδιότητα της γενετικά τροποποιημένης ανθρώπινης οντότητας. Ουσίες και ψευδαισθήσεις, προϊόντα που οι φαρμακευτικές βιομηχανίες εμπορεύονται μετά χαράς υποστηρίζοντας ότι συμβάλλουν στην προσπάθεια της ανθρωπότητας να διαπραγματευτεί με τις πάσης φύσεως αποκαλούμενες “χημικές ανισορροπίες”, με την ίδια κυνικότητα που αντίστοιχες εταιρείες ευαγγελίζονται ότι η κατανάλωση εμφιαλωμένου νερού συμβάλλει στη “λύση” του προβλήματος της μόλυνσης του υδροφόρου ορίζοντα.

 

• ΕΝΑΣ ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΚΑΙΝΟΥΡΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ;•

ΔΥΣΤΥΧΩΣ, ΑΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΟΥΝ ΜΙΑ ΤΕΛΕΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ ΙΚΑΝΗ να εξαλείψει όλα τα συμπτώματα της κατάθλιψης και του άγχους, η έρευνα δεν θα σταματήσει σε αυτό το σημείο. Όπως διαφαίνεται ολοένα και ευκρινέστερα, το ενδιαφέρον που εκκινεί τέτοιου είδους έρευνες δεν πηγάζει από κίνητρα όπως η εξάπλωση της χαράς και της ευημερίας στο σύνολο της ανθρωπότητας, όπως χαρακτηριστικά υπόσχονται, αλλά στοχεύει σε αυτό που αυτοί θεωρούν “πρόοδο”, την διαρκής, δηλαδή, εξελισσόμενη τεχνολογική ανάπτυξη.  Ένα τέτοιο φάρμακο, στην πραγματικότητα, θα προσωποποιούσε μια ευκαιρία αύξησης των απαιτήσεων της κοινωνίας, άρα συνεπαγωγή αύξηση σημείων άγχους και κατάθλιψης ως αναπόσπαστα χαρακτηριστικά στοιχεία όσων μας περιβάλλουν. Η, ολοένα και διογκούμενη, εξάρτηση, ολοένα και περισσότερων ανθρώπων από τα φάρμακα επηρεάζει καταλυτικά, αν όχι συμπαρασύρει αναγκαστικά, ακόμη και εκείνους που δεν τα χρειάζονται να νιώθουν ότι μόνο χρησιμοποιώντας τα είναι ικανοί να ολοκληρωθούν και να επιβιώσουν. 

 

“Φαντασθείτε ένα κοινωνικό μόρφωμα το οποίο υποβάλλει τους ανθρώπους σε συνθήκες που τους είναι ιδιαίτερα δυσάρεστες και τους κάνουν να αισθάνονται άσχημα, και εν συνεχεία, για να απομακρύνει αυτή τη δυστυχία, τους χορηγεί φαρμακευτική αγωγή. Σενάριο επιστημονικής φαντασίας; Κι όμως έχει ήδη συμβεί στην δικά μας κοινωνία. Αντί να απαλειφθούν οι συνθήκες που καταπιέζουν και καταθλίβουν τα άτομα, οι σύγχρονες κοινωνίες χορηγούν αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή. Στην πραγματικότητα, η αντικαταθλιπτική αγωγή είναι ένα μέσο τροποποίησης της εσωτερικής κατάστασης του ατόμου με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να ανεχθεί κοινωνικές συνθήκες και καταστάσεις, οι οποίες ελλείψει της αγωγής, θα του ήταν ανυπόφορες.”

Theodore Kaczynski {4}

 

Ενώ μέχρι πρότινος η κοινωνία θα έπρεπε να προσαρμοστεί στα όρια των ανθρώπων, αυτή η κατάσταση έχει αντιστραφεί και τώρα θεωρείται αυτονόητο ότι οι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να προσαρμοστούν στις επιταγές της κοινωνίας. Αυτή είναι η εικόνα τους για ένα “τέλειο κόσμο”; Και, το πιο σημαντικό, ταυτίζεται μια τέτοια εικόνα για ένα “τέλειο κόσμο” με αυτό που έχετε εσείς κατά νου; 

 

Από τη στιγμή που αυτή η κεντρική ερώτηση δεν οδηγεί σε εποικοδομητικές δημόσιες συζητήσεις, φαίνεται το ρόλο της αυθεντίας που δίνει τις σωστές απαντήσεις να αναλαμβάνουν οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις.  Χρησιμοποιώντας κάθε λογής παραπλανητικές υποσχέσεις καταναλωτισμού – “το προϊόν μας θα λύσει όλα σας τα προβλήματα και θα σας κάνει να νιώσετε αυτή την εξαίσια πληρότητα που βλέπετε στα είδωλα των διαφημίσεων μας”. Μόνο κατά τη διάρκεια του 1990, τα ποσοστά πωλήσεων αντικαταθλιπτικών αυξήθηκαν ως 800%. Τώρα υποστηρίζουν ότι ένας στους πέντε αμερικανούς, σε μια αγορά 50 εκατομμυρίων ανθρώπων, “χρήζει θεραπεία επειγόντως”. Μήπως αποκαλείται επείγουσα επειδή φαίνεται εν τέλει οι άνθρωποι να αφυπνίζονται και πρέπει να επιβληθεί η επιστροφή τους πίσω στον κόσμο των ψευδαισθήσεων πριν προλάβουν να αντιληφθούν την κενότητα που περιβάλλει τον πραγματικό κόσμο στον οποίο ζουν;

 

  • Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΙΜΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

 

ΕΝΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΕΝΤΑΤΙΚΗΣ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΜΠΑΝΙΑΣ ΠΟΥ ΔΙΕΞΑΓΟΥΝ ΟΙ φαρμακευτικές βιομηχανίες, και μια σειρά άλλων βιομηχανιών οι οποίες ευαγγελίζονται την “υγεία” ως μια αξία, έγκειται στη δημιουργία ενός μοναδικού ιδανικού που όλοι πρέπει να υπερασπίζονται. Στις διαφημίσεις βλέπουμε τους “ολοκληρωμένους” καταναλωτές να έχουν υποδύονται, συνειδητά ή όχι, κάποια είδωλα αναπαριστώντας καθημερινές φιγούρες. Μας ωθούν να πιστέψουμε ότι η μόνιμη ευτυχία είναι πιθανή, κάτι που συνιστά το πιο σκανδαλώδες από τα ψέματα που πλασάρουν. 

“Η έννοια του πόνου είναι μια παρεξηγημένη έννοια. Υπάρχει. Είναι πραγματικότητα για όσους υποφέρουν. Μπορεί να την θεωρώ παρεξηγημένη, αλλά δεν μπορώ να υποκριθώ πως δεν υπάρχει, ή ότι κάποια στιγμή ενδέχεται να πάψει να υπάρχει… Υπάρχουν φορές που φοβάμαι – φοβάμαι πολύ. Κάθε ευτυχία μοιάζει ασήμαντη. Αναρωτιέμαι μήπως όλα είναι απλά μια παρεξήγηση – αυτό το μούδιασμα που ακολουθεί την ευτυχία, ο φόβος του πόνου… Αν κάποιος, αντί το φόβο και τη φυγή επέλεγε να μείνει και να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Δεν ξέρω ποια θα ήταν η βέλτιστη δυνατή διατύπωση ώστε να αποδοθεί ευκρινώς αυτό που προσπαθώ να πω. Αλλά διατείνομαι πως η πραγματικότητα του πόνου δεν είναι ο πόνος αυτός κάθε αυτός, αν κάποιος μπορεί να αντέξει μέχρι να τον ξεπεράσει.”

– Ursula Le Guin {5}

 

Η φύση των ανθρώπινων όντων, όπως άλλωστε κάθε ενσυνείδητου οργανισμού, είναι διττή. Αν κάποιος δεν γνωρίζει τη γεύση του γλυκού, δεν μπορεί να γνωρίζει τη γεύση του ξινού. Δεν μπορεί κάποιος να αντιληφθεί την εμπειρία της ευτυχίας αν δεν έχει βιώσει τη δυστυχία. Μέσα από την προσπάθεια μας να εξαλείψουμε τη θλίψη, την εμμονή μας για θετική σκέψη, οδηγούμαστε στον συναισθηματικό θάνατο. Κάπως έτσι εκτυλίσσεται η διαδικασία της αλληλοδιαδοχής των συναισθημάτων που βιώνει κάποιος που υποφέρει από κατάθλιψη. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η καθοριστική διαφορά ανάμεσα σε ένα καταθλιπτικό και ένα “κανονικό” άτομο έγκειται αποκλειστικά στην έλλειψη συναισθηματικής πληρότητας και συναισθηματικού πλουραλισμού στην ζωή του. Ο υπερβολικός φόβος μας εμποδίζει να αντιληφθούμε και να βιώσουμε τη χαρά. Για να μπορέσει κανείς να προχωρήσει θα πρέπει να είναι ανοιχτός σε συναισθήματα πόνου όπως και σε όλα τα υπόλοιπα συναισθήματα.

 

“Πικρία, ντροπή, φόβος, θυμός είναι μερικές από τις προβολές της παροδικής τρέλας.” – Benjamin Rush, πατέρας της ψυχιατρικής στην Αμερική {6}

 

Από την άλλη, άτομα που έχουν στιγματιστεί με την επικεφαλίδα του μανιοκαταθλιπτικού (διπολική διαταραχή) βιώνουν σε υπερβολική ένταση και τη χαρά και τον πόνο. Ενώ η μανία, ως συμπεριφορά, είναι αποδεκτή και προωθείται ως πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς ( ένα καλό παράδειγμα είναι η εκτόνωση μέσα από την κατανάλωση – shopping therapy), τα κρούσματα κατάθλιψης διαρκώς αυξάνονται. Ξεκλέψτε λίγο χρόνο και αναρωτηθείτε: αυτή η ένταση από μόνη της είναι απαραίτητα κακή για το άτομο που τη βιώνει ή μήπως ο μόνος λόγος που θεωρείται πρόβλημα έγκειται στο ότι παρεκκλίνει από το μύθο της μόνιμης ευτυχίας που πλασάρεται και εν τέλει επιβάλλεται ως κυρίαρχο κοινωνικό πρότυπο; Ναι, φυσικά η μανιοκατάθλιψη προκαλεί πόνο και δυσκολίες στην ροή της εν εξελίξει “κανονικής” ζωής, αλλά δεν εμπεριέχονται τέτοια ενδεχόμενα στο απρόβλεπτο που χαρακτηρίζει τη ζωή εν γένει, ως μια δυνατότητα εμβάθυνσης των εμπειριών που προκύπτουν;

 

ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗΣ •

 

ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙ ΟΤΙ, ΕΝΩ ΚΑΠΟΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΟΠΩΣ η κατάθλιψη και το άγχος φαίνεται να αποτελούν ενδείξεις παρακμής στην ψυχική σφαίρα ενός ατόμου, άλλες καταστάσεις του μυαλού προβάλλονται ως προβληματικές μόνο και μόνο επειδή αποκλίνουν από τα φιλάρεσκα και φιλόδοξα πολιτισμικά πρότυπα, όπου υπό την ετικέτα της κανονικότητας {7} διευκολύνεται η επιβολή της εξουσίας. Οι πολιτισμικές διαφοροποιήσεις χρησιμοποιούνται προς την εξυπηρέτηση διαφημιστικών σκοπών αλλά τελικά όλοι καταλήγουν να αγοράζουν πανομοιότυπα προϊόντα και να έχουν τις ίδιες επιθυμίες: ένα σταθερό εισόδημα, μια ευτυχισμένη οικογένεια, ένα όμορφο σπίτι, ένα σώμα με τέλειες αναλογίες, μεγάλη αυτοπεποίθηση. Όσοι μπορούν να συμβιβαστούν με μια ζωή κατ’ ομοίωση τέτοιων ινδαλμάτων, έχουν “επιλογές” ώστε να διαφέρουν, οι οποίες, όμως, εξαντλούνται στη δυνατότητα διαφοροποίησης του χρώματος του αυτοκινήτου.

 

Παρόλα αυτά η διαφοροποίηση είναι απαραίτητο στοιχείο για το σχηματισμό της ποικιλομορφίας, ένα συστατικό απαραίτητο για την επιβίωση οποιουδήποτε οικοσυστήματος. Το γεγονός ότι η φύση επιβίωσε μέχρι να την “κατακτήσουμε”, οφείλεται στην βιολογική ποικιλομορφία που τη χαρακτηρίζει. Η ενδεχόμενη μεταβολή κλιματικών συνθηκών ή περιβαλλοντικών παραγόντων ευθύνεται για την εξαφάνιση κάποιων μορφών ζωής, αλλά κάποια άλλα θα εγκλιματιστούν προκειμένου να επιβιώσουν. Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία καθιστά δυνατή τη συνέχιση της εξέλιξης. Τη στιγμή που ο πολιτισμός θα καταφέρει να μειώσει τα είδη αγελάδων στο μοναδικό που ενδείκνυται ως το “τελειότερο” είδος, η εμφάνιση ενός και μόνο ιού θα είναι αιτία αφανισμού όλων.

Όμως, αυτό το κείμενο, επικεντρώνει κυρίως στις διακυμάνσεις διαφοροποίησης που εντοπίζονται στο ανθρώπινο είδος. Παρατηρώντας κανείς το μηχανισμό λειτουργίας των σχολείων και της δημόσιας εκπαίδευσης γενικότερα, εύκολα διαπιστώνει ότι η κοινωνία δεν είναι διατεθειμένη να στηρίξει ούτε καν υποτυπωδώς, μια τέτοια διαδικασία: όλα τα παιδιά υποχρεούνται να παρακολουθήσουν τα ίδια μαθήματα, ανεξαρτήτως διαφορετικών προσωπικών ενδιαφερόντων και παρόλο που στο τέλος της διαδικασίας υποχρεωτικής εκπαιδευτικής πιθανότατα επιλέξουν εντελώς διαφορετικά πεδία. Ενώ κυριότερα, αν όχι αποκλειστικά, κριτήρια για την επιλογή τομέα σταδιοδρομίας καθίσταται αυτά που επιβάλλουν νόμοι και αναγκαιότητες των αγορών. Μια τέτοια εμπειρία μπορεί ενδεχομένως, αν όχι με μαθηματική ακρίβεια πάντα, να οδηγήσει έναν έφηβο στην απώλεια ενδιαφέροντος και την αποξένωση{8} του από φιλοδοξίες που τυχόν είχε αρχικά, μια αποξένωση που επεκτείνεται σε απάθεια σε σχέση με την επιλογή επαγγέλματος και τον αγώνας επιβίωσης που αυτό συνεπάγεται.

 

• ΟΙ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΩΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

 

ΑΣ ΕΣΤΙΑΣΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΣΕ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΛΛΕΣ, ΟΠΩΣ ΓΕΝΙΚΑ ΑΠΟΚΑΛΟΥΝΤΑΙ, “ΨΥΧΙΚΕΣ ασθένειες” προσεγγίζοντας τες, όχι τόσο ως διαταραχές, αλλά περισσότερο από τη σκοπιά της διαφορετικότητας, ως κομμάτι μιας ευρύτερης ποικιλομορφίας που διακρίνει κάθε οικοσύστημα:

 

 

Το Σύνδρομο ή Διαταραχή Ελλειμματικής (ή διάσπασης) Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ – Attention-Deficit Hyperactivity Disorder(ADHD)  αποτελεί αναμφίβολα μια ένδειξη του ποσοστού θλίψης που εμπεριέχει ο κόσμος στον οποίο ζούμε: ουσιαστικά, ούτε λίγο ούτε πολύ πρόκειται για μια ταμπέλα που έχει επιβληθεί σε όσα (και είναι φυσικό να μην είναι λίγα) παιδιά αδυνατούν να παραμείνουν ολόκληρη τη μέρα έγκλειστα σε αυτές τις φυλακές που αποκαλούνται “σχολεία” επειδή διακρίνονται από υπερβολική ενεργητικότητα και δημιουργικότητα.

 “Προβληματισμένοι” για το μέλλον που τους επιφυλάσσει αυτή η κοινωνία, επηρεασμένοι από ψυχίατρους, οι γονείς μπουκώνουν τα παιδιά τους με Ritalin, κάποιες φορές πριν ακόμη κλείσουν τα 4 πρώτα έτη της ζωής τους, προκειμένου να μην είναι ατίθασα και άτακτα. Όμως πρόκειται για μια φαρμακευτική ουσία που σκοτώνει την ενεργητικότητα τους. Αναπροσαρμόζονται και επαναπροσδιορίζονται, ώστε να ταιριάζουν στην ψευδαίσθηση της κανονικότητας, είναι όμως πιο ευτυχισμένα; Σε συζητήσεις που αναφέρονται σε ψυχικές ασθένειες συχνά αναφέρεται εκείνη της σχιζοφρένειας λόγω ακραίων συνεπειών που επιφέρει στο άτομο, συνέπειες όπως η βαθιά επίδραση στην ψυχοσύνθεση του, η μακρά διάρκεια της ασθένειας κ.α. Προκειμένου να κατανοήσουμε αυτή την “ασθένεια” θα πρέπει να ανατρέξουμε σε “προγενέστερους πολιτισμούς: κοινό χαρακτηριστικό όλων αποτελεί η ύπαρξη κάποιων χαρισματικών ανθρώπων (σαμάνοι{9}), οι οποίοι έχουν την ικανότητα να ταξιδεύουν στον “άλλο κόσμο” προκειμένου να θεραπεύσουν κάποιον. Η διαδικασία της μύησης δεν περιλάμβανε απαραίτητα τη συγκατάβαση του ατόμου (αν και νεαροί σαμάνοι μπορούσαν να αναγνωριστούν αρκετά νωρίς από τη φυλή τους), ενώ απαιτούνταν προσπάθεια και εκπαίδευση πολλών ετών που έπρεπε να ακολουθήσει ένας σαμάνος ώστε να είναι σε θέση να μπορεί να χειρίζεται με ασφάλεια τις ικανότητες του.  Είναι αξιοσημείωτη η ομοιότητα που παρουσιάζεται ανάμεσα στη διαδικασία μύησης ενός σαμάνου και των φερόμενων ως “συμπτωμάτων” που οδηγούν στη διάγνωση της σχιζοφρένειας. Μάλιστα κάποιες φυλές πρωτόγονων ξεγελάστηκαν από ψυχιάτρους της δύσης. Οι δεύτεροι τους έπεισαν ότι οι μέλλοντες σαμάνοι τους ήταν ”σχιζοφρενείς” και έχρηζαν νοσηλείας και φαρμακευτικής αγωγής. Δυστυχώς, φαίνεται ότι τα αντιψυχωτικά λειτουργούν ως εμπόδιο στην ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας κρατώντας το άτομο παγιδευμένο στο κενό ανάμεσα στους δυο κόσμους.

 

Επίσης, μεγάλη συχνότητα παρουσιάζει η καταχώρηση ανθρώπων με διαγνώσεις – ετικέτες όπως το σύνδρομο Asperger ή ο αυτισμός υψηλής λειτουργικότητας {10}. Συνήθως, τα άτομα που φέρουν μια τέτοια διάγνωση διαθέτουν υψηλό δείκτη νοημοσύνης (IQ) και η μοναδική τους ανικανότητα περιορίζεται σε δυσκολίες που αντιμετωπίζουν όταν πρόκειται να αλληλεπιδράσουν και να επικοινωνήσουν με τους άλλους. Διατεινόμαστε ότι η απομόνωση και η στενή παρακολούθηση σκέψεων και αντιδράσεων τέτοιων ατόμων δεν τα βοηθά να ξεπεράσουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Αντιθέτως, είναι πιθανότερο να οδηγηθούν στο περιθώριο και συνεπώς οι επικοινωνιακές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν να αυξηθούν (αν η επικοινωνιακή τους ικανότητα δεν καταστραφεί εντελώς ή εκδηλώνεται χωρίς αποδέκτη), αφού βρίσκονται σε διαφορετικό μήκος κύματος από τους υπόλοιπους. Βέβαια, η διαφοροποίηση τους αυτή (οι συσχετισμοί, δηλαδή, μέσω των οποίων αντιλαμβάνονται τον κόσμο) δεν συνιστά απαραίτητα μειονέκτημα: πρόσφατα κάποιοι ψυχίατροι επανεξετάζοντας τις προσωπικότητες του Newton και του Einstein διέγνωσαν σύνδρομο Asperger. Το ερώτημα που τίθεται είναι: θα είχαν αυτές οι δυο χαρισματικές προσωπικότητες ξεδιπλώσει τη σοφία τους χάριν της ανθρωπότητας αν έφεραν το στίγμα του αυτιστικού ανθρώπου που έχει τεθεί υπό ιατρική παρακολούθηση και λήψη αντίστοιχης θεραπευτικής αγωγής από τα νεανικά τους κιόλας χρόνια;

 

Το άγχος βρίσκεται επίσης σε έξαρση, σαν πυκνό νέφος σκεπάζει κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Εκτός από το γεγονός ότι εύκολα κάποιος γίνεται ιδιαίτερα σχολαστικός στην εμφάνιση και τον τρόπο που συμπεριφέρεται, από τη στιγμή που ζούμε σε μια κοινωνία όπου η εμφάνιση αποτελεί το βασικό κριτήριο αποδοχής ή απόρριψης. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι, κάποια έμβια όντα χαρακτηρίζονται από ντροπαλότητα και συστολή. Τα έμβια όντα που φέρουν τέτοια χαρακτηρίστηκα έχουν περισσότερες πιθανότητες επιβίωσης, αφού ο φόβος που συναισθάνονται τα προστατεύει από αρκετούς κινδύνους. Επικεντρώνοντας στα ανθρώπινα όντα, η ντροπαλότητα ίσως δημιουργεί κάποιες δυσκολίες σε διαδικασίες που αφορούν την ένταξη και ενσωμάτωση ως κομμάτι της κοινωνίας, αλλά από την άλλη είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για το άτομο να εμβαθύνει στον εαυτό του εστιάζοντας στις ιδιαίτερες ικανότητες που το χαρακτηρίζουν, δίνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το ιδιαίτερο στίγμα της μοναδικότητας του. Πρόκειται για εσωτερική και αυστηρά προσωπική διαδικασία την οποία αδυνατούν να αντιληφθούν όσοι απορροφώνται πλήρως από την κοινωνικοποίηση τους αποδίδοντας σε αυτό το κομμάτι το μεγαλύτερο μέρος της ενεργητικότητας τους. Έτσι δεν τους μένει χρόνος να στοχαστούν πάνω σε (πόσο μάλλον να ασχοληθούν με) τέτοια ζητήματα εστίασης στον εαυτό τους και εσωτερίκευσης.

 

Έχουμε παρατηρήσει ότι πηγή του μεγαλύτερου ποσοστού πόνου που βιώνει και αισθάνεται από άτομα “ψυχικά ασθενή” συνιστά το αίσθημα απόρριψης που εισπράττουν από την κοινωνία, και δεν προέρχεται τόσο από αυτή καθ’ αυτή την “ασθένεια”. Συναισθήματα που πηγάζουν από τις πραγματικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν την ποιότητα ζωής τους όπως αποξένωση, μοναξιά, χαμηλό βιοτικό επίπεδο, έλλειψη στέγης, χαμηλή αυτοεκτίμηση. Όμως ο πραγματικός πάσχον είναι η ίδια η κοινωνία που παράγει τέτοιες συνθήκες διαβίωσης για τα άτομα. Συνθήκες που συνιστούν απλά τον αντικατοπτρισμό των συμπτωμάτων σήψης μιας κοινωνίας  το πλαίσιο της οποίας δεν επιτρέπει το  δικαίωμα στη διαφορά, ούτε καν ανέχεται τη διαφορετικότητα. Επιπροσθέτως, η πεποίθηση ότι υπάρχει κάποιο “σφάλμα” που πρέπει να “διορθωθεί” (ή τουλάχιστον να καταπιεστεί) οδηγεί τα άτομα νομοτελειακά στην αποξένωση και τα φέρει σε θέση να νιώθουν μίζερα, άθλια και άχρηστα. Πράγματι όλες αυτές οι “διαγνώσεις ασθενειών” συνοδεύονται ή συνυπάρχουν συνήθως με διάγνωση κατάθλιψης.

 

“Η κοινωνία μας τείνει να αντιμετωπίζει ως ‘ασθένεια’ οποιαδήποτε κίνηση προωθεί σκέψεις ή συμπεριφορές οι οποίες αντιτίθενται ή συνιστούν απειλή για τη συνέχιση της ομαλής λειτουργίας του συστήματος. Και αυτό είναι μια λογική αντίδραση αφού από τη στιγμή που ένα άτομο δεν ταιριάζει στο σύστημα που το περιβάλει δημιουργείται μια επίπονη κατάσταση που επηρεάζει και το άτομο και το σύστημα που το περιβάλλει δημιουργώντας προβλήματα και στους δυο. Συνεπώς, η διαδικασία προσέγγισης χειρισμού και αντιμετώπισης ενός τέτοιου ατόμου προκειμένου να εναρμονιστεί με το περιβάλλον σύστημα εκλαμβάνεται ως ενδεικτική ‘θεραπεία’ μιας ‘ασθένειας’ και για τέτοιους λόγους θεωρείται επιβαλλόμενη και καλή.

 – Theodore Kaczynski

 

  • ΘΕΡΑΠΕΙΑ Ή ΚΑΤΑΠΙΕΣΗ;  •

 

ΟΛΗ ΑΥΤΗ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΓΕΝΝΑ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΑ ΚΑΠΟΙΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ και προβληματισμούς αναφορικά με τον πραγματικό ρόλο που διαδραματίζουν οι ψυχίατροι και ψυχολόγοι. Ενδιαφέρονται πραγματικά για την αποτελεσματική θεραπεία ή απλά ο ρόλος τους περιορίζεται στη διασφάλιση και διαιώνιση της ψευδαίσθησης της “τάξης”, της “κανονικότητας” και του “ορθολογισμού” εντός του κοινωνικού ιστού; Όντως οι πρωταρχικοί στόχοι που θέτουν τα αντίστοιχα ιδρύματα προέβλεπαν ανέκαθεν τον εγκλεισμό των “παραφρόνων”, ώστε να κρατηθούν μακριά από την κοινωνία επειδή θεωρούνταν “επικίνδυνοι”. Αλλά πώς ακριβώς τεκμηριώνονταν αυτή η επικινδυνότητα, αν λάβουμε υπόψη ότι η σύγκριση στατιστικών μετρήσεων ποσοστών εγκληματικότητας ανάμεσα σε “σώφρονες” και “παραφρονούντες” δεν δικαιολογεί εικασίες ότι οι «παράφρονες» διαπράττουν εγκλήματα συχνότερα από τους «σώφρονες»; Μήπως το γεγονός ότι παρεκκλίνουν από τα συνήθη κοινωνικά πρότυπα, με την ύπαρξη τους και μόνο εντός του κοινωνικού ιστού διακινδυνεύεται η αποκάλυψη της σαθρότητας και υποκρισία που περιλαμβάνει στο εσωτερικό της η κοινωνία;

 

Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι, πριν την εμφάνιση των ασύλων, η Ιερά εξέταση είχε αναλάβει τη διαχείριση αιρετικών, μαγισσών, πόρνων, τρελών και γενικά όσων οι ίδιοι έκριναν ότι “παρέκκλιναν”  από τα κοινωνικά πρότυπα. Θεωρώντας επομένως ότι έχρηζαν “θεραπείας”, η οποία εξαντλούνταν σε τεχνικές βασανιστηρίων, εξορκισμού και πυρράς. Όταν η εκκλησία άρχισε να χάνει τη δύναμη της, κάποιοι από το κυνήγι μαγισσών “μετατράπηκε” σε ψυχιατρική και οι κυνηγοί μαγισσών σε ψυχίατρους συνεχίζοντας την ίδια δουλειά που έκαναν και στο παρελθόν, χρησιμοποιώντας τώρα μια ψευδο-επιστήμη στη θέση της θρησκείας. Εξασφαλίζοντας λοιπόν ότι κατέχουν την απόλυτη γνώση και αλάθητο, ως αυθεντίες, αποκτούν την εξουσία να διαπιστώνουν αν κάποιος θεωρείται κατειλημμένος από διάολο προγενέστερα ή ψυχικά ασθενής αργότερα και να προσπαθήσουν να τον προσαρμόσουν στα κοινωνικά πρότυπα. Αυτά τα πρότυπα, όμως, διαφέρουν, μεταβάλλονται και αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου και την αλλαγή τόπου. Για παράδειγμα, μέχρι τα τη δεκαετία του 1970, η βίβλος της ψυχιατρικής, το DSM{10}, θεωρούσε την ομοφυλοφιλία διαταραχή. Παραδόξως, πολλοί ψυχίατροι σήμερα πιστεύουν ότι στην περίπτωση των μαγισσών έγινε απλά λάθος διάγνωση, δηλαδή, ότι όντως “υπέφεραν”, αλλά όχι επειδή είχε καταλάβει το πνεύμα τους κάποιος δαίμονας. Υπέφεραν εξαιτίας της “ψυχικής ασθένειας”.

Είναι οι μόνοι που δεν αποδέχονται τη θεωρία του αποδιοπομπαίου τράγου (μια φιγούρα στην οποία προβάλλονται και προσωποποιούνται όλοι οι φόβοι  – ή καταπιεσμένες επιθυμίες – της κοινωνίας, μια θεωρία η διαχρονική λειτουργία της οποίας επιβεβαιώνεται από όλους τους ιστορικούς. Μήπως αυτή η απόρριψη (από τους ειδήμονες της “ψυχικής ασθένειας” οφείλεται στο γεγονός ότι ανταποκρίνεται πλήρως στις “ψυχικές ασθένειες” της σύγχρονης εποχής;

 

Ανάμεσα στα πιο τραγικά θύματα της ψυχιατρικής, αν όχι τα πιο τραγικά, συγκαταλέγονται τα παιδιά. Λόγω του πολύ νεαρού της ηλικίας τους δεν έχουν δικαίωμα επιλογής ή άρνησης λήψης της φαρμακευτικής αγωγής, αφού οι άνθρωποι στην πρώτη μιάμιση δεκαετία της ζωής τους δεν θεωρούνται αρκετά “υπεύθυνα” υποκείμενα. Εκτός από τα σύνδρομα Ελλειμματικής (ή διάσπασης) Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) και Asperger, τα οποία αναφέρθηκαν παραπάνω, η ετικέτα “Εναντιωματική-Προκλητική Διαταραχή{11}” προσφέρεται ως μια πολύ βολική εξήγηση σε γονείς που δεν διατίθενται να κατανοήσουν τις αιτίες στις οποίες οφείλεται η αντιδραστικότητα που εκδηλώνουν τα παιδιά τους απέναντι στις συντηρητικές τους ιδέες και τη ματαιοδοξία και άνευ νοήματος του τρόπου ζωής τους βασική ασχολία του οποίου αποτελεί η καταναλωτική μανία. Για τέτοιους γονείς, η φαρμακευτική αγωγή παρουσιάζεται ως μοναδική και αναπόφευκτη “λύση”, ιδιαίτερα αν και οι ίδιοι οι γονείς έχουν πέσει θύματα στα δίκτυα των φαρμακευτικών βιομηχανιών.

 

Η ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΩΣ ΜΕΣΟ ΑΣΚΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΙΕΣΗΣ

 

ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΕΙΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΟΠΟΥ ΔΙΑΦΑΙΝΕΤΑΙ Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ “ΨΥΧΙΚΗΣ ασθένειας” έχει χρησιμοποιηθεί από το σύστημα για την επιβολή της κυριαρχίας του. Σε αυτές τις περιπτώσεις συμπεριλαμβάνεται και η Σοβιετική Ένωση όπου είναι σύνηθες το φαινόμενο πολιτικοί αντιφρονούντες να έχουν “διαγνωστεί” ως πάσχοντες από κάποια “ψυχική ασθένεια” και εν συνεχεία να τους επιβάλλεται εγκλεισμός σε άσυλα. Παρόμοιοι μέθοδοι καταστολής ακολουθήθηκαν και στις ΗΠΑ όπου όσοι θεωρούνταν κοινωνικά αποκλίνοντες κλειδώνονταν  – όπως ο Timothy Leary{12} επειδή υπερασπίζονταν τη χρήση “παράνομων” ουσιών. Και, πρόσφατα, τον Απρίλιο του 2003, η διάγνωση του “παρανοϊκού*****” συνοδευόμενη με υποχρεωτικό εγκλεισμό σε ίδρυμα για 9 ημέρες,  ήταν μια υποχρεωτική επίπτωση για όποιον διάβαζε και αναφέρονταν σε θεωρίες συνομωσίας εμπλέκοντας την κυβέρνηση των ΗΠΑ!

 

Το πάθος για ελευθερία αποτέλεσε νήμα, με το οποίο πλήθος ατόμων υφαίνουν υπερβάσεις, απόψεις και συμπεριφορές. Ένα υφαντό αρκετά ανθεκτικό σε κάθε λογής μηχανισμούς αποδόμησης και καταστροφής του. Τέτοιοι μηχανισμοί είναι η διαλεκτική της επιχειρηματολογίας που δεν μπορεί να τις μεταπείσει, η κυβέρνηση δεν μπορεί να τις αναστέλλει και ο εκπαιδευτικός μηχανισμός να τις επανεκπαιδεύσει…

 

Η εκτεταμένη επιρροή που είχαν τέτοιες απόψεις, όσον αφορά την κατανόηση, τα πάθη και τα ήθη πολλών Αμερικάνων πολιτών διαμόρφωσε μια μορφή παράνοιας, μια έννοια που θα ήθελα να τη διαχωρίσω από εκείνη της αναρχίας.” – Benjamin Rush, πατέρας της αμερικάνικης ψυχιατρικής

 

Ακριβώς όπως η διαρκής προσθήκη νέων νόμων συμβάλλει στη δημιουργία νέων κατηγοριών εγκληματιών εγκλωβίζοντας ανθρώπους να ακροβατούν σε καθεστώτα όπου το φάσμα νομιμότητας, δηλαδή αυτού που θεωρείται επιτρεπτό, ολοένα στενεύει, ενώ παράλληλα νέες ψυχικές διαταραχές έρχονται στο προσκήνιο διαρκώς, υπό τη μορφή της “ανακάλυψης”, δημιουργώντας νέες κατηγορίες “παρανοιών”, ανοίγοντας, κατ’ αυτό τον τρόπο, νέα πεδία επενδύσεων και νέες αγορές για τις φαρμακευτικές βιομηχανίες και εγκλωβίζοντας ανθρώπους να ακροβατούν στην “παράνοια” το φάσμα της οποίας εξαπλώνεται ολοένα και περισσότερο.  Στην πραγματικότητα τα “συμπτώματα” των ψυχικών διαταραχών – οι μοναδικές ενδείξεις δηλαδή πάνω στις οποίες βασίζεται η επιβεβαίωση της ύπαρξης αυτών των “διαταραχών” — εμπεριέχουν καθημερινές συμπεριφορές που συναντούνται πολύ συχνά στον οποιονδήποτε. Οπότε, ο καθένας που «εκδηλώνει» 2-3 από αυτά τα «συμπτώματα» μπορεί να λάβει αντίστοιχη “διάγνωση” απλά και μόνο με μια επίσκεψη σε ψυχίατρο!

 

“Υπάρχει επιτακτική ανάγκη επινόησης ενός προγράμματος ψυχοχειρουργικής και πολιτικού ελέγχου που θα επιβληθεί στην κοινωνία. Μια τέτοια κίνηση σκοπεύει στο φυσιολογικό έλεγχο του μυαλού. Οποιοσδήποτε παρεκκλίνει από τα θεωρούμενα ως φυσιολογικά πρότυπα και τους δεδομένους κανόνες μπορεί, μέσα από τέτοιες χειρουργικές επεμβάσεις να ακρωτηριασθεί. Το άτομο μπορεί να θεωρεί ότι η  σημαντικότερη πραγματικότητα βρίσκεται στη δική του ύπαρξη, αλλά αυτό είναι απλά η προσωπική του οπτική πάνω στο ζήτημα. Μια οπτική που στερείται ιστορικής προοπτικής. Ο άνθρωπος δεν έχει το δικαίωμα να αναπτύξει το μυαλό του κατά βούληση. Αυτή η μορφή ελεύθερου προσανατολισμού έχει ευρεία απήχηση. Πρέπει να ελέγξουμε ηλεκτρονικά τον εγκέφαλο. Κάποια στιγμή οι στρατοί και οι στρατηγοί θα ελέγχονται από την ηλεκτρική διέγερση του εγκεφάλου.

Dr. Jose Delgado {13}

 

 

 

Ένα απόσπασμα, συντάκτης του οποίου είναι ένας ψυχίατρος υπάλληλος της CIA ταγμένος στην περάτωση του προγράμματος MKULTRA {14}ελέγχου του μυαλού μετά την υπηρέτηση του φασιστικού καθεστώτος στης Ισπανία. Ο εν λόγω ψυχίατρος δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών, είναι σαφέστατος. Η εμμονή για έλεγχο δεν συνιστά καινοτομία για έναν άντρα, αν αναλογιστούμε ότι αυτό είναι το κυρίαρχο ανδρικό πρότυπο που πλασάρεται στην σύγχρονη εποχή. Και, αναμφισβήτητα ο έλεγχος του μυαλού είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για έναν τέτοιο άνδρα. Τέτοιοι τύποι ονειρεύονται να σκοτώσουν το ζώο (τη ζωτική δύναμη) που έχει καθένας μέσα του, με απώτερο σκοπό τη μετατροπή των ανθρώπινων όντων σε τέλειες παραγωγικές μηχανές αποκλειστικά ταγμένες στις επιταγές της “προόδου”. Ο ιδρυτής της αμερικάνικης, Benjamin Rush, θεώρησε ότι οι παραφροσύνες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως “αδάμαστα ζώα, που ο ψυχίατρος έχει καθήκον να τιθασεύσει και να τους επιβάλλει την πειθαρχία”, ένας παραλληλισμός που παραπέμπει στον τρόπο συμπεριφοράς των λευκών απέναντι στους μαύρους κατά τη διάρκεια αποικιακών εκστρατειών. 

 

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

 

ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΟΠΩΣ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΣΟΚ ΚΑΙ Η ΛΟΒΟΤΟΜΗ ΔΕΝ εφαρμόζονται πλέον τόσο συχνά όπως πριν από μερικές δεκαετίες, κι όμως παρά το γεγονός ότι αποτελούν τις πλέον βάρβαρες πρακτικές που παραμένουν βαθιά ριζωμένες ακόμη και στη σύγχρονη κοινωνία. Η υποβολή σε μεθόδους αναγκαστικής λήψης φαρμακευτικής αγωγής τις έχει σχεδόν αντικαταστήσει, συχνά υπό την απειλή της δια της βίας λήψης της αγωγής, σε ενδεχόμενη άρνηση του ασθενή. 

 

Μια τέτοια στροφή δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα μιας απόπειρας εμβάθυνσης σε έννοιες όπως κατανόηση, αντίληψη και ευαισθητοποίηση με όρους ανθρωπισμού. Είναι αποτέλεσμα πιέσεων που ασκούν δυο, κυρίως, παράγοντες. Από τη μια οι πιέσεις που ασκούνται από ασφαλιστικές εταιρείες οι οποίες θεωρούν ότι η επιστροφή του ασθενή σπίτι με φαρμακευτική αγωγή κοστίζει λιγότερο από τη νοσηλεία. Και, αντίστοιχα, από την άλλη η αναγκαιότητα των φαρμακευτικών βιομηχανιών να αυξήσουν τα έσοδα τους. Επίσης, έναν ακόμη λόγο συνιστά μια κατασκευή που πλασάρεται ως γενικευμένη επιθυμία των ανθρώπων  – πεπεισμένοι πλέον ότι δεν είναι κανονικοί – να “επιδιορθωθούν”. Εν τούτοις, αλλά δεν πρέπει απαραίτητα να θεωρήσουμε την εκούσια υποβολή σε θεραπεία ως ένα βήμα επιτυχίας της αναγκαστικής. Από την άλλη, πράγματι, ίσως επιβεβαιώνει ότι η τεχνική της πλύσης εγκεφάλου είναι τόσο αποτελεσματική ώστε οι οποίες αντιστάσεις υπήρχαν να καμφθούν.

 

“Από όλες τις μορφές τυραννίας, η πιο καταπιεστική μπορεί να είναι εκείνη που ασκείται για το καλό των υπηκόων της.”

C. S. Lewis {15}

 

Ας εστιάσουμε λίγο στους τρόπους λειτουργίας αυτών των συνταγογραφούμενων φαρμάκων. Ενώ διαφημίσεις και ψυχίατροι ρητά ή άρρητα υποστηρίζουν ότι τέτοια προϊόντα βοηθούν/συμβάλλουν στη θεραπεία, η πραγματικότητα εμφανίζεται διαφορετική: η λειτουργία τους περιορίζεται στην εμπόδιση έκφρασης των “συμπτωμάτων” και τη διατήρηση της ησυχίας στο μυαλό. Από τη στιγμή που έχει περάσει η επίδραση της φαρμακευτικής αγωγής, το άτομο βρίσκεται στην ίδια κατάσταση με πριν ή σε ακόμη χειρότερη, αφού η χρόνια λήψη αντιψυχωτικών προκαλεί κάποιου βαθμού ζημιά στον εγκέφαλο, γνωστή ως όψιμη δυσκινησία. Ενώ κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των φαρμάκων είναι το γεγονός ότι είναι ισχυρά εξαρτησιογόνα. 

 

Επομένως, διαπιστώνουμε ότι η φαρμακευτική αγωγή δεν κάνει τίποτα περισσότερο από τη διατήρηση μιας τεχνητής κατάστασης στον εγκέφαλο που καθιστά τα πράγματα πιο υποφερτά για το άτομο. Δεν υπάρχει τίποτα επιλήψιμο σε αυτό αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι μερικές ψυχικές διαταραχές επιφέρουν τέτοια επιρροή και δυσφορία που το άτομο μπορεί να οδηγηθεί μέχρι και στην αυτοκτονία, αλλά είναι παραπλανητικοί ισχυρισμοί που υπόσχονται ότι η φαρμακευτική αγωγή που προτείνουν θα οδηγήσει στη θεραπεία. Τα συνταγογραφούμενα φάρμακα, όπως και όλα τα φάρμακα που κυκλοφορούν στο εμπόριο προτεινόμενο από ειδικούς και μη, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με μεγάλη προσοχή και μόνο όταν εξασφαλίζουν αδιαμφισβήτητα θεραπεία. Διαφορετικά, το άτομο παραμένει ένας καταναλωτής, θύμα (πειραματόζωο θα ήταν ίσως η πιο σωστή έκφραση) των φαρμακευτικών βιομηχανιών για όλη του τη ζωή. Δυστυχώς, ίσως σε τέτοιους ακριβώς πειραματισμούς ελπίζουν.

 

 

ΦΥΣΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ •

 

Η ΠΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΩΝ, ΩΣΤΟΣΟ, έγκειται στο γεγονός ότι εμποδίζουν τα άτομα να περάσουν τα στάδια της διαδικασίας της φυσικής επούλωσης που απαιτεί ένα δυναμικό χαοτικό κενό ώστε να καταστεί δυνατή η υγιής αποκατάσταση. Η πορεία εξέλιξης της πραγματικής θεραπείας δεν είναι γραμμική, όπως αρέσκονται να διατείνονται οι ψυχίατροι, αντιθέτως είναι κυκλική με εξάρσεις και υφέσεις, μέχρι τη στιγμή που το μυαλό θα έχει «εκκαθαριστεί» πλήρως από νευρώνες φορτισμένους με μνήμες του παρελθόντος και είναι πλέον σε θέση να ανακαλύψει νέες πτυχές του εαυτού, νέες ικανότητες και ελευθερίες. Δυστυχώς, στους ανθρώπους που εργάζονται στο πεδίο της ψυχικής ασθένειας δεν αρέσει οτιδήποτε δεν συνάδει με το δόγμα της τάξης και ασφάλειας το οποίο με φανατισμό πρέπει να πρεσβεύουν. Οπότε κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους ώστε να καταστείλουν τέτοιας φύσεως “συμπτώματα”, αποτρέποντας συγχρόνως τους ασθενείς να φτάσουν στο τέλος του τούνελ.

Αν κάποιος σταθεί αρκετά τυχερός ώστε να του επιτραπεί να ολοκληρώσει τη διαδικασία θεραπείας, αυτό αντανακλάται σε μια ανανέωση που βιώνει το άτομο στην εμφάνιση, τη ζωή, στην πραγματικότητα και την κοινωνία, μια φρεσκάδα που του επιτρέπει να υιοθετήσει έναν πιο υγιή τρόπο ζωής, ίσως μακριά από τον άσκοπο καταναλωτισμό και όπλα μαζικού αντιπερισπασμού, όπως η τηλεόραση. Βιώματα όπως προκλήσεις και δυσκολίες αποτελούν απαραίτητα βασικά στοιχεία για κάθε είδος πνευματικής ανάπτυξης δίνοντας εικόνα του τι θα μπορούσε να συνιστά μεγαλύτερη πρόκληση από μια ψυχική “ασθένεια” που καθιστά επιτακτική ανάγκη την κατανόηση των μηχανισμών λειτουργίας του εγκεφάλου, καθώς επίσης και την εξέλιξη της συνείδησης του ώστε να διατηρεί την ζωτικότητα του; Οι “διαταραχές” μας είναι όντως επικίνδυνα δώρα τα οποία θα πρέπει να καλλιεργούμε, φροντίζουμε και να σεβόμαστε, όχι να τα καταστείλουμε και να τα αποστρεφόμαστε.

 

 

  • ΕΠΑΝΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ/(ΕΠ)ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΩΝ ΜΥΑΛΩΝ ΜΑΣ   •

 

 

ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΟΥΜΕ ΠΙΘΑΝΕΣ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΙΣ: ΣΚΟΠΟΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΑΚΡΟΣΚΕΛΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΣΤΟΝ πολιτισμό και την ψυχιατρική δεν είναι η αποποίηση των ευθυνών μας, η ενοχοποίηση κάποιου άλλου για όλα μας τα προβλήματα. Απλά εκδηλώνουμε την επιθυμία μας να επανοικειοποιηθούμε τα μυαλά μας! Δεν χρειαζόμαστε “επαγγελματίες” να μας πουν πώς να ζήσουμε, ο άνθρωπος το ανακάλυψε από μόνος του εκατομμύρια χρόνια πριν.  Ενώ ο απώτερος στόχος ύπαρξης τέτοιου είδους “ειδικών” είναι ο αποπροσανατολισμός, η εμπόδιση των ανθρώπων να αναλογιστούν και να στοχαστούν (για) τον εαυτό ως αυτοκαθοριζόμενα υποκείμενα. Αποτέλεσμα είναι η αποστασιοποίηση του ατόμου από διαδικασίες εσωτερικής αναζήτησης, η στέρηση, δηλαδή, της ικανότητας της αυτοσυνείδησης. Αν’ αυτού του χορηγούνται (σερβίρονται) ετοιμοπαράδοτες απαντήσεις και εξηγήσεις ως επιβεβλημένη/η μόνη «σωστή» λύση για οποιοδήποτε πρόβλημα ή δυσκολία συναντούν{βλ. παράρτημα}.

 

“Εσύ σκέφτεσαι – διαφορετικά κάποιος άλλος θα πρέπει να σκεφτεί για σένα, αποσπώντας τη δύναμη σου, να διαστρεβλώσει και να υποτάξει τις υποκειμενικές σου προτιμήσει, να σε εκπολιτίσει αποστειρώνοντας σε από τα φυσικά σου ένστικτα.”

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ

 

Η μετατροπή των ανθρώπων σε θύματα τους εγκλωβίζει σε ένα συναίσθημα ανικανότητας να λύσουν αυτοβούλως τα προβλήματα τους, όποτε νιώθουν την αναγκαιότητα να απευθυνθούν σε κάποιου είδους ειδικό επαγγελματία προκειμένου να βοηθηθούν  — εκπρόσωπο της ψυχικής υγείας, θρησκευτικό ηγέτη, εκπαιδευτή, σύμβουλο μόδας — επειδή έχουν πειστεί για την ανικανότητα τους να λαμβάνουν αποφάσεις ή να διεκπεραιώνουν τις δραστηριότητες και υποθέσεις τους. Αλλά πρόκειται για παραπλάνηση!  Ο καθένας είναι ικανός να αναζητήσει και να βρει τη διέξοδο προς τη θεραπεία, απλά είναι η επιβολή της πεποίθησης ότι δεν μπορεί που τον βραχυκυκλώνει!  

 

Ποιος μπορεί να γνωρίζει καλύτερα, τι απασχολεί ή προβληματίζει κάποιον, εκτός από το ίδιο το υποκείμενο; Οι πιο ισχυροί φόβοι, κίνητρα, επιθυμίες συχνά υπολανθάνουν και επεκτείνονται πέρα από τη σφαίρα του λεκτικού επιπέδου και διεισδύουν εξελισσόμενοι σε ένα βαθύτερο υπόστρωμα που διαμορφώνει την πραγματικότητα μας. Ελάχιστοι ψυχίατροι μπορούν να αντιληφθούν το υποκείμενο υπό ένα τέτοιο πρίσμα, πόσο μάλλον να αμφισβητήσουν τις υποσχέσεις των ασφαλιστικών εταιρειών οι οποίες ευαγγελίζονται ότι παρέχουν τη βέλτιστη δυνατή “αποτελεσματικότητα”. Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και στοχαζόμαστε αυτό που μας περιβάλλει είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις εμπειρίες του υποκειμένου. Κανένας δεν είναι σε θέση να κατανοήσει κάποιον άλλο χωρίς να αναβιώσει το σύνολο της ζωής αυτού του άλλου!

 

Το διακύβευμα που τίθεται εδώ δεν επαφίεται απαραίτητα στην απόρριψη και αφορισμό της ψυχιατρικής συλίβδην. Απλά ενδιαφέρεται να καταδείξει την ελευθερία των ατόμων να επιλέγουν αυτό που νιώθουν οι ίδιοι ότι είναι καλύτερο, αναδεικνύοντας τις διαφορετικές εναλλακτικές και διδάσκοντας τους πώς μπορούν να προστατευτούν από τα ψέματα της βιομηχανίας της ψυχικής υγείας. Και το σπουδαιότερο, δεν αναζητούμε τη μια και μοναδική “Αλήθεια”, θέλουμε κάθε υποκείμενο να κατανοήσει πώς λειτουργεί το μυαλό του, να αναζητήσει τις δικές του λύσεις και να έχει την ελευθερία να αυτενεργήσει, χαράζοντας οποιαδήποτε στρατηγική δράσης κρίνει και νιώθει καλύτερη. Η αυτό-εξερεύνηση και εστίαση στον εσωτερικό κόσμο επιτρέπει στο υποκείμενο να εξελιχτεί από το επιβαλλόμενο κοινωνικό πρότυπο του αβοήθητου θύματος σε εκείνου του θεραπευτή, ενώ αντίστοιχα, σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο λειτουργεί ως καταλύτης στην εξέλιξη και μετάβαση της κοινωνίας από το επίπεδο των αβοήθητων θυμάτων σε εκείνο των θεραπευτών. Αυτό είναι το πνεύμα και η διάσταση αντιλήψεων που η φιλοσοφία της αυτοβουλίας και αυτοδιάθεσης(κάντο-μόνος-σου –  DIY) επιχειρεί να ενεργοποιήσει και να εφαρμόζει στον εγκέφαλο!

 

Εναλλακτικές στις παραδοσιακές “θεραπείες” υπάρχουν και οι (πολύ) περισσότερες προϋπήρχαν της δημιουργίας μιας κάστας επαγγελματιών ειδικών ψυχιάτρων. Τέτοια ιστορικά παραδείγματα είναι:  ο διαλογισμός, η γιόγκα, ο μυστικισμός, η αυτό-ύπνωση, υπνωτισμός, η θεραπευτική λειτουργία διατροφής και βοτάνων, γνωστική θεραπεία Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός (Neuro Linguistic Programming – NLP). Όλα είναι χρήσιμα ή τουλάχιστον διαθέσιμα στην εργαλειοθήκη σκέψης και επιλογής. Επιπροσθέτως τα περισσότερα από αυτά τίθενται στη βάση της ολιστικής θεωρίας, μια θεωρία που δίνει έμφαση στη σπουδαιότητα του συνόλου και την αλληλεξάρτηση μεταξύ των επιμέρους στοιχείων που απαρτίζουν το σύνολο, μια ιδέα την οποία η πλειονότητα των ψυχιάτρων απορρίπτει εντελώς!

 

Η λύση δεν μπορεί να προέλθει από κάποιον φανταστικό ή εξωτερικό παράγοντα, αλλά από κάποιον αλληλένδετο και εσωτερικό άμεσα ή έμμεσα σχετιζόμενο με το πρόβλημα. Ο υποσυνείδητος νους προτίθεται/θέλει να βοηθήσει τον ενσυνείδητο, προκειμένου να οδηγηθεί στη θεραπεία. Όμως για να είναι εφικτή μια τέτοια διαδικασία θα πρέπει να διαθέτουμε την ικανότητα αντίληψης των ερεθισμάτων που δίνονται. Να μπορούμε να το ακούσουμε. Μόνο μέσα από την διαρκή συνειδητοποίηση και αποδοχή της ευθύνης αυτού που είμαστε, της ζωής που κάνουμε, της κοινωνίας εντός της οποίας ζούμε, τον πλανήτη μας, το μέλλον μας μπορούμε να αλλάξουμε αυτό που είμαστε. Δεν ξεγελιόμαστε πλέον από την διττή γλώσσα της κοινωνίας που, με υποκριτικό ύφος, μας προτρέπει να είμαστε “υπεύθυνοι πολίτες/υπήκοοι ” ενώ συγχρόνως μας ζητά/προστάζει να ακολουθήσουμε/υπακούσουμε διαταγές από το κυρίαρχο καθεστώς χωρίς δεύτερη σκέψη (στμ. Όπως τα ρομποτ). Επιθυμούμε υπευθυνότητα και ελευθερία σε πραγματικό επίπεδο και όχι σε εικονικό!

 

• ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑ •

 

ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΤΕΙ ΚΑΤΙ: ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΔΕΝ περιορίζεται στην (επίτευξη) της θεραπείας, διότι ένα τέτοιο σκεπτικό θα θεωρούσε ως δεδομένη την ύπαρξη ενός στόχου, μιας κορυφής δηλαδή που θα πρέπει να φτάσουμε. Προϋποθέτει, δηλαδή, ότι στοχεύουμε στην ανακάλυψη μια αίσθηση, διάσταση ή άποψη για την αιώνια ευημερία. Θεωρούμε ότι δεν υφίσταται κάτι τέτοιο, παρά μόνο στη σφαίρα των παραμυθιών και των διαφημίσεων. Θυμηθείτε: η διαλεκτική της μόνιμης ευτυχίας είναι ο μύθος τους! Η προσωπική ανάπτυξη και εξέλιξη (ή όπως προτιμάτε να ονομάσετε τέτοιες διαδικασίες) είναι στην πραγματικότητα μια συνεχής κυκλική διαδρομή, όπου το ταξίδι έχει μεγαλύτερη σημασία από τον προορισμό.

Το κατά πόσο δύναται κάποιος να ταξιδέψει ελεύθερος είναι σε άμεση αλληλεξάρτηση με το γεγονός της απαλλαγής από το βάρος που κουβαλά στις πλάτες του. Σε αυτό το βάρος στοιβάζονται το κλίμα ψυχιατρικοποίησης και όλες οι συνθήκες που απορρέουν από αυτό, όπως η πιο συχνή αλλά και πιο επιβλαβής ιδέα: ότι κάτι πάει στραβά στο άτομο. Κάτι που όντως αξίζει να επισημαίνεται και να ακούγεται συχνότερα: κάθε υποκείμενο είναι τέλειο, έτσι όπως είναι σκιαγραφημένο από το σύνολο των ιδιαιτεροτήτων του που το καθιστούν μοναδικό! Δώσατε τον καλύτερο σας εαυτό για να αντιμετωπίσετε την δεδομένη κατάσταση. Ακόμη και αν στο μονοπάτι που διαβαίνετε μέχρι στιγμής συναντήσατε δυσκολίες, πρωτόγνωρες ίσως για τον δρώντα, αυτό δεν συνεπάγεται ότι είστε αποτυχημένοι! Κάθε “κανονικός” άνθρωπος αντιμετωπίζει κάποια στιγμή μια τέτοια διαδρομή, ή διαφορετικά δεν έχει ποτέ την ευκαιρία να προχωρήσει. 

Ο καθένας είναι αυτό που πιστεύει ότι είναι και ενσαρκώνει την εικόνα που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του. Αν αποδέχεται και ε(πι)μένει στην πεποίθηση ότι είναι ένα ανυπεράσπιστο και αβοήθητο θύμα μιας φρικτής ασθένειας του οποίου η σωτηρία εναποτίθεται στα χέρια των λίγων μεγαλοκαρχαριών – εταιρειών, αυτή τελικά θα είναι η πραγματικότητα που θα βιώσετε στη ζωή σας. Το ζήτημα είναι τι θέλει και τι πράττει το υποκείμενο.

 

“Σας είπαν ψέματα, πουλώντας σας ιδέες για το καλό και το κακό. Καταρράκωσαν την αυτοπεποίθηση σας, γεμίζοντας σας με δυσπιστία για το σώμα σας και ντροπή επειδή προφητέψατε χάος, που προήλθε από την αποστροφή σας προς τη μοριακή αγάπη, σας γοήτευσαν με απροσεξία, ανιαρό πολιτισμό και όσα τοκογλυφικά συναισθήματα συνεπάγονται αυτόν. Δεν υπάρχει εξέλιξη, δεν υπάρχει επανάσταση, δεν υπάρχει αγώνας, δεν υπάρχει μονοπάτι: είστε ήδη ο μονάρχης του δέρματος σας – η ελευθερία σας απαραβίαστη αναμένει να ολοκληρωθεί αποκλειστικά μέσα από την αγάπή άλλων μοναρχών: μια πολιτική ονείρων, αναγκαία όσο και το κυανό του ουρανού.”

 – Hakim Bey

 

Η ανατροπή της παραπάνω πεποίθησης, αν και εξαρτάται από το βαθμό και τη διάρκεια ασχολίας, εμπλοκής και προστριβής που έχει κάποιος με την βιομηχανία της ψυχικής υγείας (ή την τοποθέτηση του, ως υποκείμενο,  υπό την επίβλεψη και κριτική της κοινωνίας, μπορεί να είναι δύσκολη αλλά όχι ακατόρθωτη! Το άτομο, αν και αποτρέπεται από τέτοιες σκέψεις, οφείλει στο εαυτό του, προκειμένου να διαφυλάξει την προσωπικότητα του, να συγκεντρωθεί στις δικές του πεποιθήσεις και αξίες στη βάση των οποίων χτίζει και ζει την καθημερινότητα του. Περιηγηθείτε και πειραματιστείτε με διαφορετικά παραδείγματα (συστήματα πεποιθήσεων) για μια μέρα, μια εβδομάδα, ένα μήνα. Απορροφηθείτε από την πραγματικότητα του δικού σας μήκους κύματος και αποδεχτείτε την ιδέα ότι δεν είστε κατώτερος, απλά διαφορετικός, ότι στην πραγματικότητα ο καθένας είναι διαφορετικός. Αν χρειάζεστε υλικό που θα σας εμπνεύσει ή δεν έχετε πειστεί αρκετά ότι οι πεποιθήσεις και οι αξίες που αναπαράγει η σύγχρονη κοινωνία έχουν κατασκευαστεί προκειμένου να ανταποκριθούν στην αιτία που τις κατασκεύασε, ανατρέχετε σε βιβλιογραφία σχετικά με τη γνωστική ελευθερία. Το νευρογνωστικό προγραμματισμό ή το χάος. Ίσως μια τέτοια εμπειρία αλλάξει μια για πάντα την οπτική σας πάνω στην “πραγματικότητα”.

 

 

• ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΣΑΣ

 

ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΔΗΜΙΟΥΡΓΗΤΟ, ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΤΑΙ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΣΣΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ του χρόνου καθώς αλληλεπιδρούμε με την “πραγματικότητα” και τα υπόλοιπα ανθρώπινα πλάσματα. Ο εγκέφαλος δεν λειτουργεί μέσα από άκαμπτες δομές, ακόμη και αν κάποια μοντέλα είναι χρήσιμα προκειμένου να γίνει κατανοητός ο τρόπου που σκεφτόμαστε. Συνεπώς, ο καθένας έχει μοναδικές δυνατότητες, αδυναμίες και ιδιαιτερότητες. Αντί να εστιάζουμε στα “προβλήματα” μας, δεν θα ήταν πιο λογικό/συνετό να επικεντρώνουμε στα προτερήματα, τις ικανότητες, τις επιθυμίες, τις ευαισθησίες μας, έτσι ώστε καθένας να αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες του στο περιορισμένο χρονικό διάστημα ζωής που έχει, αγνοώντας το κατά πόσο διαφοροποιείται από τους σημερινούς “κανόνες” και τις αντίστοιχες “νόρμες”;

 

Οι κανόνες και οι νόρμες είναι και πάντα υπήρξαν κατασκευασμένες ψευδαισθήσεις. Από την κβαντική φυσική μαθαίνουμε ότι ο άνθρωπος είναι συνδημιουργός του σύμπαντος, ότι από μόνο του το γεγονός ότι κάποιος παρατηρεί ένα αντικείμενο έχει ως αποτέλεσμα την αλλαγή της φύσης αυτού του αντικειμένου και ακόμη ότι το “υποκειμενικό” μας μυαλό διαδραματίζει πολύ σημαντικότερο ρόλο στην πραγματικότητα από εκείνον που του προσδίδουν οι υλιστές. Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς την “πραγματικότητα” και τον εαυτό του σχετίζεται περισσότερο με το πνευματικό και ψυχικό του υπόβαθρο (“the Matrix”) παρά με κάθε λογής υλιστική πραγματικότητα ή γενετικές προδιαθέσεις. Αν έχουμε κάποια δυνατότητα να περιδιαβούμε και να υπερβούμε τις άυλες/πνευματικές/νοητικές πολιτισμικές δομές, αν μπορούμε να τις υπερβούμε, τότε όλα γίνονται πιθανά! 

 

“Ο άνθρωπος πλήττεται από άγνοια για τη φύση και τις δυνατότητες του. Ακόμη και η εντύπωση που σχηματίζει για τα όρια και τους περιορισμούς του βασίζεται σε εμπειρίες που έλαβαν χώρα στο παρελθόν και σε κάθε βήμα προόδου του επεκτείνει την αυτοκρατορία του. Επομένως, για τέτοιους λόγους δεν υφίσταται λόγος να προσδιοριστεί σε θεωρητικό επίπεδο η υπόσταση ή οι ικανότητες του.”

Aleister Crowley {16}

 

Για να μπορεί κάποιος να ακολουθήσει το μονοπάτι του θα πρέπει πρώτα να γνωρίζει τι επιθυμεί. Πρέπει να μάθει να ακούει την εσωτερική του φωνή, το υποσυνείδητο, την αληθινή του θέληση. Αυτό το κάτι μέσα στο άτομο που διαισθητικά γνωρίζει ποια είναι η καλύτερη κατεύθυνση. Αυτό μπορεί να ισοδυναμεί με, τουλάχιστον προσωρινή, αποστασιοποίηση από θορυβώδεις φωνές του πολιτισμικού περιβάλλοντος όπως η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, οι εφημερίδες και φίλους. Όλοι οι υποθετικοί φόβοι, επιθυμίες και ιδέες των περιορισμών δεν θα εξαφανιστούν από τη στιγμή απομόνωσης του ατόμου, αλλά ίσως βρούμε στις αξίες του διαλογισμού σημαντικούς συνοδοιπόρους που θα μας βοηθήσουν σε μια τέτοια διαδικασία.

“Δυο δρόμοι αποκλεισμένοι σε ένα δάσος. Επέλεξα τον λιγότερο ταξιδεμένο και αυτό έκανε τη διαφορά.”

Robert Frost {17}

 

Απ’ όσο γνωρίζουμε, ζούμε μόνο μια φορά. Γιατί θα πρέπει να αναλωθούμε προσπαθώντας να προσαρμοστούμε στις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις μιας παράλογης κοινωνίας, όταν από την άλλη υπάρχουν τόσα για να ζήσει, να εξερευνήσει, να βιώσει και να ανακαλύψει κάποιος; 

Μόνο οι από τα κάτω μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και οι παλιές δομές καταναγκασμών και καταπίεσης θα καταρρεύσουν αναπόφευκτα όταν καθένας από μας και όλοι μαζί σταματήσουμε να τις στηρίζουμε. Τότε, επιτέλους, θα είμαστε σε θέση να δημιουργήσουμε μια νέα κουλτούρα διαφορετικότητας και αλληλεγγύης ανοιχτή όπου ο καθένας είναι αποδεκτός (και αγαπητός!) για αυτό που είναι!

Το καλό είναι πως κάθε αλλαγή που συντελείται εντός της κοινωνίας διαμέσου των δράσεων μας είναι πιθανό να επιδρά και να επηρεάζει πολύ περισσότερο στις ζωές μας από οποιαδήποτε θεραπεία ακολουθούσε κάποιος μόνος στο σπίτι! Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δημιουργήσουμε μια καινούρια κάστα ειδικών που θα μας υποδείξουν πώς να ζήσουμε, εξάλλου αυτό ακριβώς θέλουμε να αποφύγουμε και σε αυτό ακριβώς το σημείο είμαστε αντίθετοι! Όπως η τοποθέτηση ενός δασκάλου, ως ανώτερου από τους μαθητές του, εμποδίζει τη πραγμάτωση της διδασκαλίας, ομοίως η εξουσία των κανόνων ενός θεραπευτή αποτρέπει κάθε πραγματική θεραπεία. Η αποτελεσματική θεραπεία είναι μη ιεραρχική, με όλα τα υποκείμενα να θεραπεύουν και να θεραπεύονται συγχρόνως. Η μοναξιά κράτησε πολύ καιρό! Μετά από τόσα χρόνια απομόνωσης και αποξένωσης, κάποιοι σταμάτησαν να ελπίζουν ότι κάποιος κάποια στιγμή

Θα τους κατανοήσει πραγματικά (σε αντιδιαστολή με αυτή την κρύα αίσθηση “παρηγοριάς” που – αν είναι τυχεροί – τους χορηγούν συνήθως οι ψυχίατροι). Αρκετά με την απελπισία, αρκετά με τους διαχωρισμούς! Είμαστε εδώ, το “παράλογο”, ο “θυμός”, “η αστάθεια”, το “χαοτικό”, η “καταπίεση” …

 

Ο ισχυρισμός “κανείς δεν είναι ελεύθερος, όσο κάποιοι είναι έγκλειστοι/δεν είναι ελεύθεροι” φαίνεται αληθινός όσο ποτέ πριν σε μια εποχή, η οποία βρίθει καταναγκασμών, όπως η σημερινή. Δεν έχουμε αυταπάτες ότι θα βρούμε τη χαρά και την ολοκλήρωση χωρίς να αλλάξουμε το περιβάλλουν μας, χωρίς να προχωρήσουμε σε ριζικές αλλαγές σε θεμελιώδεις δομές της πραγματικότητας. Επομένως, οποιαδήποτε πραγματική, εις βάθος θεραπεία θα πρέπει απαραιτήτως να αντιμετωπίζει ως ένα ενιαίο σύνολο τον πλανήτη και την κοινωνία θεραπεύοντας και τα δυο μέρη ως αλληλένδετα κομμάτια μιας ολότητας.

 

 

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ: Ανεξέλεκτες συγκρούσεις με τα ΜΑΤ στο Σαντιάγκο της Χιλής κατά την διάρκεια διευρυμένων αναταραχών σε διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 14 Ιουλίου το 2011.

“Είναι εδώ ξανά, η ακόρεστη νεολαία και πάλι, καταστρέφοντας τα πάντα, στήνοντας οδογράγματα, συγκρούεται με την αρματωμένη αστυνομία, τίποτα δεν μπορεί να μπει εμπόδιο στο δρόμο της… Υπάρχει πάθος και φωτιά στις καρδιές τους, αγάπη και μίσος στον εσωτερικό τους κόσμο, κουράγιο και αποφασιστικότητα. Η γοητεία του χάους έχει επιστρέψει για να στολίσει τους δρόμους, δεν είναι μόνο η φωτιά που κοσμεί την άσφαλτο, έχει συνοδοιπόρους την ενεργητικότητα της νεολαίας, την κατάργηση κάθε λογής έμφυλων διαχωρισμών, τη μαζικότητα του αγώνα… Θα καρποφορήσει αυτός ο αγώνας; Θέλει κάποιος να σπουδάζει για να μπορεί να ζήσει;  Το άτομο/υποκείμενο που αναζητά την πραγματική ευτυχία, δεν αρκείται σε ψίχουλα, γνωρίζει ότι μπορεί να αυτομορφωθεί, και μολονότι μπορεί ένας τέτοιος δρόμος να είναι πιο μακρύς και δύσκολος, αυτό δεν τον κάνει λιγότερο ενδιαφέρον, επειδή ο,τιδήποτε άλλο είναι ατέρμονο και οδηγεί σε αδιέξοδο…” (Circulo Individualista Aves del Fuego)

AntiCopyright Spring 2012

Dark Matter Publications

darkmatterpublications@riseup.net

 

 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ:

 

 

{1}Η Τζέλις Γκλέντινγκ γεννήθηκε λίγο μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και ενηλικιώθηκε κατά τη διάρκεια της αποαποικιοποίησης σε μια εποχή όπου ανθούσαν κινημάτα απελευθέρωσης και φεμινισμού. Στα γραπτά της πραγματεύεται ζητήματα που άπτονται της ύφανσης της προσωπικότητας και του προσωπικού ζητήματος με την πολιτική. Για περισσότερα:

http://www.chellisglendinning.org/

Επίσης, http://www.kunm.org/search/Chellis%20Glendinning

 

{2} Ο Ντον Ζερζάν γεννήθηκε στην Αμερική το 1943. Είναι αναρχοπριμιτιβιστής φιλόσοφος και συγγραφέας. Τα έργα του επικρίνουν την παρέμβαση του ανθρώπου στη φύση, τις συνέπειες δηλαδή που επιφέρει ο γεωργικός πολιτισμός, ως αλληλένδετο παράγοντα σύμφυτο με την καταπίεση και καταστροφικής παρέμβασης. Μεταξύ των ζητημάτων που πραγματεύεται εμπεριέχονται η εξημέρωση, η γλώσσα, η συμβολική σκέψη (όπως μαθηματικά και τέχνη) και η έννοια του χρόνου. Για περισσότερα: http://en.wikipedia.org/wiki/John_Zerzan

 

{3}Ο Ντέρικ Τζενσεν γεννήθηκε το 1960. Είναι αμερικανός συγγραφέας και ακτιβιστής. Ζει στην Καλιφόρνια. Για περισσότερα: http://en.wikipedia.org/wiki/Derrick_Jensen

 

 

{4} παραπομπές στη βιογραφία του Theodore Kaczynski:

http://parallhlografos.wordpress.com/2012/06/14/%cf%84%ce%bf-%cf%80%ce%bb%ce%bf%ce%af%ce%bf-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b7%ce%bb%ce%b9%ce%b8%ce%af%cf%89%ce%bd/

 

http://fridge.gr/35716/stiles/theodore-kaczynski-unabomber/

http://rioter.info/2009/08/22/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-ted-kaczynski/

http://eglima.wordpress.com/2011/09/10/kaczynski_1/

 

 

{5} http://www.google.com/search?q=Ursula+Le+Guin

{6} παραπομπές στη βιογραφία του Benjamin Rush, πατέρας της ψυχιατρικής στην Αμερική:

 

http://translate.google.gr/translate?hl=el&langpair=en|el&u=http://en.wikipedia.org/wiki/Benjamin_Rush

 

http://translate.google.gr/translate?hl=el&langpair=en|el&u=http://www.uphs.upenn.edu/paharc/timeline/1751/tline7.html

 

{7} Για όποιον επιθυμεί να διαπιστώσει τη γελοιότητα, σε τρομακτικό επίπεδο, της επιστημονικής πραγματικότητας, ο κατάλογος μακρύς:  Σύνδρομο ή Διαταραχή Ελλειμματικής (ή διάσπασης) Προσοχής – Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ),  Σύνδρομο Asperger και ο Υψηλής Λειτουργικότητας Αυτισμός  κ.α. http://www.dyslexiacenters.gr/%CE%94%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CE%A0%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%87%CE%AE%CF%82-%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%BF%CF%81%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CE%A5%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1-ADHD-%CE%94%CE%95%CE%A0%CE%A5.aspx

http://www.iatropedia.gr/articles/read/499

 

http://el.w3dictionary.org/index.php?q=ritalin μεθυλφαινιδάτη (εμπορική ονομασία Ritalin): διεγερτική ουσία που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Χρησιμοποιείται στο όνομα της θεραπείας ενηλίκων ναρκομανών και παιδιών με Σύνδρομο ή Διαταραχή Ελλειμματικής (ή διάσπασης) Προσοχής - Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ)
http://www.akounadeis.com/2010/07/ritalin.html
 
http://www.agorapoliton.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=424:to-ritalin-prokalei-tin-anoreksia&catid=35:apopseis&Itemid=61
 

http://www.news-medical.net/news/2007/11/13/92/Greek.aspx?page=2

 

 http://en.wikipedia.org/wiki/Methylphenidate

 

http://www.ritalindeath.com/

 

http://www.google.gr/search?hl=el&client=firefox-a&hs=6Ou&rls=org.mozilla%3Ael%3Aofficial&q=%CE%A3%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF+Asperger&oq=%CE%A3%CF%8D%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF+Asperger&aq=f&aqi=g6&aql=&gs_l=serp.3..0l6.6172.13334.0.14055.20.15.0.0.0.1.640.3184.8j1j1j1j2j2.15.0…0.0.JCjJzNz7DwY

 

http://www.google.gr/search?hl=el&client=firefox-a&hs=tQu&rls=org.mozilla%3Ael%3Aofficial&q=%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82+%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82+%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82&oq=%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82+%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82+%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82&aq=f&aqi=g1&aql=&gs_l=serp.3..0.20190.34494.0.34843.40.15.3.22.23.0.471.3311.2j8j0j1j4.15.0…0.0.GnsTbzyKse8

http://www.youtube.com/results?search_query=%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82+%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82+%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82&oq=%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82+%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82+%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82&aq=f&aqi=&aql=&gs_l=youtube.3…6773.6773.0.8101.1.1.0.0.0.0.168.168.0j1.1.0…0.0.Dnq4NcyHveM

http://www.youtube.com/results?search_query=%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82+%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82+%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82&oq=%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82+%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82+%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82&aq=f&aqi=&aql=&gs_l=youtube.3…6773.6773.0.8101.1.1.0.0.0.0.168.168.0j1.1.0…0.0.Dnq4NcyHveM

 

 

{8} ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο με τίτλο: Αποξένωση: χαρτογραφώντας την απελπισία Πηγή: Days of War Nights of Love –CrimethInc, μπορείτε να το κατεβάσετε από: http://www.scribd.com/doc/35810810/%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%BE%CE%AD%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%87%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CF%80%CE%B5%CE%BB%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1

 

{9} Σαμάνος: μάγος, ιερέας, εκπρόσωπος αρχέγονης, παγανιστικής θρησκείας. Για περισσότερα: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 και http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathglobal_1_31/10/2004_1283407

{10} Το DSM-IV σε συνδυασμό με το ICD-10 αποτελούν τα συστήματα Διάγνωσης της Ψυχοπαθολογίας που χρησιμοποιούνται σήμερα Πανευρωπαϊκά. Θεωρούνται «πολύτιμα» επιστημονικά εργαλεία, η γνώση των οποίων κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να επιτυγχάνεται η αποτελεσματική κλινική πράξη αλλά και η απόκτηση ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας μεταξύ των κλινικών θεραπευτών των ψυχικών νόσων.

 

{11} ενδεικτικά site της προπαγάνδας στην οποία υπόκεινται οι εκπαιδευτικοί

 http://kalosdaskalos.blogspot.com/2012/04/blog-post_4464.html

 

 http://www.nextdeal.gr/index.php?option=com_k2&view=itemlist&task=tag&tag=%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE%20%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B1%CF%87%CE%AE%20&Itemid=90

 

{12} παραπομπές σχετικές με τη βιογραφία του Timothy Leary

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A4%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CE%B8%CE%B9_%CE%9B%CE%AF%CF%81%CE%B9

 

{13} Dr. Jose Delgado Mind Control Experiments Reported in New York Times

Για περισσότερα: http://www.wanttoknow.info/650517nytimes

 

{14} MKULTRA program http://www.mindspring.com/~txporter/sec3.htm

http://en.wikipedia.org/wiki/Project_MKULTRA

http://science.discovery.com/stories/mkultra.html

http://vigilantcitizen.com/latestnews/cia-mind-control-techniques-mk-ultra-program-brainwashing-experiments-1979-documentary-video/

 

{15} βιογραφία http://en.wikipedia.org/wiki/C._S._Lewis

 

 

 

παραπομπές σε δημοσιεύματα για την ολιστική θεωρία

 

http://www.whatsnew.gr/wikilinks/15/1254266418_18.html

η ανατροπή της πραγματικότητας http://anarxoautonomi.wordpress.com/2012/04/13/%ce%b7-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%bf%cf%80%ce%ae-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%b1%cf%82/

 

{16} παραπομπή στη βιογραφία του Aleister Crowley http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%86%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81_%CE%9A%CF%81%CF%8C%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B9

 

{17} παραπομπή στη βιογραφία του Ρόμπερτ Φροστ http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A1%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B5%CF%81%CF%84_%CE%A6%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%84

 

 

 

παράρτημα:

 

http://anarxoautonomi.wordpress.com/2012/04/13/%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82/

 

http://anarxoautonomi.wordpress.com/2011/09/20/%ce%b7-%cf%88%cf%85%cf%87%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%83-%ce%b5%ce%be%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%b1%cf%83/

 

http://rioter.info/2009/08/22/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-ted-kaczynski/

 

http://fridge.gr/35716/stiles/theodore-kaczynski-unabomber/

 

http://en.wikisource.org/wiki/Unnamed_Essay_(1971)

UNABOMBer: Μια «εκρηκτική» ιδιοφυΐα – I

Homes Not Jails: Squatting Movement to House the Homeless

home not jailsExcerpt from: NO TRESPASSING! by Anders Corr
C H A P T E R 1
Homes Not Jails
The Secret Success of a Squatting Movement to House the Homeless
Two strangers arrived early at the Homes Not Jails meeting. One had been beaten by his spouse and was looking for a place to stay. The police had found and destroyed the other’s campsite in Golden Gate Park on several occasions recently, and he was exploring alternative living arrangements. They needed housing and asked Homes Not Jails to help them squat.
Benjamin volunteered to open a vacant building on Shotwell and 22nd Street, and said I could follow. He had squatted it before, but the landlord had discovered and evicted him. Now Benjamin rented a sleazy downtown motel room, but he still had a sentimental attachment to the Shotwell place. About a week before, we had cased the building and found it still in relatively good shape: it had several sunny bedrooms, a kitchen, running water, and electricity. The building was dirty, trash-filled, and had a pink-and-white tiled dining room with matching pink walls, but a little elbow grease and paint would make it more than livable.
After a bus ride across town, we walked up to the alley door. Just as Benjamin produced his crowbar, a very large guy (smaller than Benjamin but much bigger than me) walked up to his own door just a few feet away. Benjamin thought quickly and pretended legitimacy by knocking. “Whatcha knockin for?” the neighbor asked. His eyes narrowed. “Nobody lives there.”
Benjamin has broken into hundreds of buildings with Homes Not Jails and knew when to lead a tactical retreat. But he nevertheless circled the building and easily lifted his seven-foot frame over a fence and into the backyard. From my cowardly vantage point, I could see a weak flashlight beam flickering at us from a window in the second story of the flat next door. Was it the neighbor who confronted us? Did he have a gun? Undaunted, Benjamin climbed the back stairs, jimmied the door, walked out the alley, and welcomed the two homeless men into his former home. He promised to help change the lock if they stayed for a week.
Thus the vacant building on Shotwell became the most recent of half-adozen houses already occupied by squatters affiliated with Homes Not Jails. The building was no palace, but it served as a more safe and quiet alternative to the police harassment in Golden Gate Park and the uncomfortable, regimented conditions of the city’s overburdened shelters.
Homelessness and the Growth of U.S. Squatting
Homes Not Jails began with the wave of other homeless activist groups that sprouted nationwide following the economic recession of the ‘ 80s. As a result of soaring rents, small-business failures, and massive corporate layoffs, landlords evicted thousands onto the streets. These new homeless, who were sometimes well-educated, drug- and alcohol-free, mentally stable, and, until recently, middleclass, joined the traditional homeless who more often suffered from addiction or mental problems. While the new homeless were more likely to get off the streets quickly, their proximity to homelessness (just one paycheck away, they reminded themselves) encouraged them to lend support to the homeless left behind.1 In addition to traditional homeless advocacy, hundreds of homeless organizations that used squatting as a tactic sprouted across the nation. These included Community on the Move Homesteaders Association in the Bronx, Kensington Welfare Rights Union in Philadelphia, Mad Housers in Atlanta and Chicago, Drop-in Center in Cincinnati, Homes Not Jails in San Francisco, and similar groups in almost every major U.S. urban area. Groups in New York, Philadelphia, and Oakland successfully acquired titles to several squatted properties. In 1988, Operation Homestead in Seattle began occupying buildings and negotiating their sale to nonprofit lowincome housing organizations. By 1993, it had successfully reclaimed 300 units.2
Like its counterparts, Homes Not Jails has enjoyed substantial victories. From its first public takeover of the building at 250 Taylor Street on Thanksgiving 1992 until the present, Homes Not Jails has fought City Hall and won, through extensive media coverage in support of affordable housing, through covertly housing homeless people in vacant buildings, and through the protection of buildings slated for demolition. This chapter details the history of Homes Not Jails (HNJ) in San Francisco and its fledgling offshoots in Santa Cruz and Boston. It asks what ethical, tactical, and visionary elements have made HNJ a success.
By opening vacant buildings like the one on Shotwell, Homes Not Jails hopes to provide at least some shelter for the growing number of San Francisco homeless. Between 1992 and 1998, available housing in San Francisco fell from a high of 6,500 vacant buildings (enough to house the city’s entire homeless population) to less than 1% of the total housing stock. In 1994, estimates of San Francisco’s homeless population were as high as 14,000; through 1996, the number grew by 300 per month. One hundred and fifty homeless people died on the streets of San Francisco that year. Between the last quarter of 1996 and the first quarter of 1997, the number of San Francisco homeless families doubled.3
Boston, where Homes Not Jails is also active, has thousands of vacant buildings that could solve the city’s homeless problem. In December 1995, less than three weeks after the first HNJ Boston action, the Boston Emergency Shelter Commission counted 4,896 homeless people.4 Many homeless advocates placed the number much higher. According to HNJ Boston, there are “thousands of residential units – largely derelict or foreclosed – which lie vacant and could be used for low-income housing or homesteading.”5
The Power and Ethics of Media-Savvy Squatters Homes Not Jails describes itself as an all-volunteer organization committed to housing homeless people through direct action. “It is clear to me that it is possible to house everybody in San Francisco,” said Miguel Wooding, a member of HNJ and volunteer tenant counselor at the San Francisco Tenants Union. “It is clear that by pressing on the issues of abandoned, vacant, tax-default buildings, we can make housing a right to which everyone has access.”6
With the power that public takeovers provide HNJ’s media spokespeople, HNJ drives its message home to the general public. “Which Do You Believe?” questions one Homes Not Jails flyer:
1) People Who Are Homeless Should Fix Up & Live in Vacant Buildings.
2) Leave Buildings Boarded Up & Vacant; People Can Sleep Outside.
HNJ’s tongue-in-cheek rhetorical question sums up its philosophy: common sense demands that vacant homes should house the homeless.
But common sense is not so common, wrote some big-name philosophers.7 Even many homeless people, not to mention police, landlords, government figures, and members of the general public, consider squatting ethically or morally questionable. “People are scared to go open houses,” said Connie Morgenstern, a 21-year-old who ran away from home in Israel at age 14 and started squatting with a gang of other Israeli kids. “Squatting is a violation of everyone’s basic idea of society. Property is sacred. When you open a building, you are violating someone’s property.”
When I asked Jeremy Graham, who quit his office job to become a full-time homeless activist and squatter, how he would react to landlords calling him a thief, he flung the epithet right back. “For them to say that we steal their unused property, while they speculate on the rental market, is criminal. They steal when they charge us rent, as opposed to us stealing when we squat. We should not ask whether it is a crime to `steal’ a piece of property, but whether it is a crime to charge rent.”
With or without government and landlord acquiescence, HNJ has three principles: nonviolence, no drugs, and consensus decision-making. These principles apply to both types of HNJ occupation: covert squats, like the one on Shotwell and 22nd; and public takeovers of symbolic buildings, when HNJ notifies the media and advocates for permanent homeless housing. This dual covert and public strategy allows HNJ to immediately provide housing for homeless people, while at the same time using the media to educate the public and pressure politicians. In its first seven years of existence, HNJ has used covert squatting to house hundreds of homeless persons on a short-term basis in hundreds of vacant buildings, with some of the squats lasting for years at a time. “By opening squats every week, HNJ actively pursues the possibility of solving San Francisco’s housing crisis,” said Mara Raider, a member of Homes Not Jails who works with homeless people on a daily basis at the Coalition on Homelessness. “We are demonstrating that housing the homeless can be done cheaply, effectively, and in a more empowering manner than waiting in line at various government agencies.”
While covert squatting affords HNJ members actual long-term housing, their public takeovers have come within a hair’s breadth of convincing government officials to transfer legal title. Even though HNJ has thus far failed to gain title to any property, it has laid the groundwork. At every one of the 26 public takeovers that HNJ organized since 1992, members spoke to the media on homelessness, landlord neglect of vacant buildings, and the failure of government agencies to comply with laws that mandate the use of vacant government buildings as homeless shelters. This media coverage shaped public debate and gave HNJ tremendous political weight with local politicians relative to its small numbers. “We’ve been able to negotiate with the city in ways that other small groups can’t approach,” said Morgenstern. “Media coverage is good because it translates into political pull with city government. A group of ten people can make [Mayor] Willie Brown quake in his shoes.”
HNJ used one of its occupations in 1995 as a media springboard for an antiabandonment ordinance it had drafted and submitted to the San Francisco Board of Supervisors. “After the first couple of takeovers, we realized that we were not doing too well at articulating exactly what we wanted,” said Ted Gullickson, who helped found HNJ and has worked with tenant groups around the country since 1973. “So we drafted the anti-abandonment ordinance as an example of what we wanted the city to do.” That made HNJ one of the few groups, joked Gullickson, to write laws in the daytime and break them at night. Modeled on similar legislation in Seattle and Cleveland, the proposal would prohibit landlords from leaving buildings vacant and would allow the city to acquire vacant buildings owned by private landlords to house the homeless. The proposed law has 24 sections and covers everything from acquisition of buildings to the maximum amount of rent. Any landlord who failed to comply would face civil penalties.
Neighbors have varying attitudes towards HNJ. Some call the police when they see punks and obviously poor people move into a long-abandoned building. But others welcome squatters. At a public takeover on Labor Day in 1995, one neighbor told a reporter, “I’m glad Homes Not Jails came out. Something will be done now. The place is an eyesore. If they can clean it up and use it to house the homeless, okay. It’s a hazard and it draws raccoons.”8
Unlike most drug addicts, criminals, government agencies, and raccoons, HNJ enters a neighborhood with a sense of humility and respect. “Homes Not Jails is not some bureaucracy coming in and saying, x number of homeless people will live next door to you,” said Graham, whose extensive covert squatting with HNJ afforded plenty of opportunities to talk with neighbors. “It’s somebody coming up and saying, `Hi. This is my name, this is me, I’m homeless, and I’m living here now. I’m putting my work and energy into this building and neighborhood. I want to be a good neighbor. I want your support.'”
The city and landlords oppose HNJ, even though it has actually improved San Francisco’s housing stock. Homes Not Jails maintains a strict adherence to its policy of “sweat equity.” In lieu of rent, HNJ expects all squatters to clean, paint, and even make structural improvements to their squats, both covert and public. The history of sweat equity stretches back to 19th century homesteaders, and more recently sweat equity has been advocated by groups such as Habitat for Humanity. Through sweat equity, homeless people live more comfortably, improve housing values, exchange construction skills, and emphasize the responsibilities attendant to any right to housing. Sweat equity works well for the many homeless people who are skilled workers but are unemployed, unfairly evicted, or victim to some other structural inequity. For the significant proportion of homeless people who struggle with substance abuse or mental illness, sweat equity offers additional benefits. “Sweat equity gives people the opportunity to participate in a common project and create an extended family in which homeless people have a place to heal,” said HIVJ member Whirlwind Dreamer. “That is what these people are really missing, a network of responsible friends they can count on.”
HNJ is currently trying to interest a government housing agency in sponsoring a sweat equity project. “The sweat equity model,” said Gullickson, “is formulated to address the problem that most affordable housing is unaffordable for people with no income or people on General Assistance [GA], Supplemental Security Income [SSI], or Aid to Families with Dependent Children [AFDC]. You need an alternative model for people who are destitute and need to do labor instead of pay rent.” Sweat equity provides affordable housing not only for cashstrapped residents, but for cash-strapped governments, as well. The use of sweat equity decreases the amount of government funding needed to make affordable units available. For more complex building skills, like architectural or engineering work, HNJ has usually found volunteers. “The sweat equity idea,” said Wooding, “is that you don’t need to run nonprofit housing in as pricy a way as it is generally run. You can have people do the work on their own housing and cut costs significantly.”
Since its crude beginnings, HNJ has refined the idea of sweat equity. HNJ held a number of all-day meetings on the issue when it almost gained legal title to a squat at 3250 17th Street from the U.S. Department of Housing and Urban Development (HUD). After drafting income and expense projections, HNJ members decided that every resident would pay 30% of her or his income as cash rent in addition to volunteering hours of labor on repair, maintenance, or other tasks. Projected residents were two families who received AFDC, two recipients of SSI, and four recipients of GA. A nonprofit land trust would actually own the land, and a limited equity co-op would own the house; individual residents would have membership within the co-op. Residents would accrue equity in an HNJ building at roughly 1% of the building’s value for each year of occupancy. Residents would generally remain for one to three years as they gained job skills or completed drug or alcohol programs that would enable them to become independent. When a resident moved, the land trust would buy her or his share, and the next resident would begin the process anew. This would produce nest eggs for homeless people to move into their own rental housing on the open market.
First Squat: Serendipity on Golden Gate Avenue
Homes Not Jails emerged from two of San Francisco’s most prominent activist organizations: Food Not Bombs and the San Francisco Tenants Union. Food Not Bombs cut its teeth serving free food to the homeless in front of San Francisco’s City Hall. It has no permanent facilities and serves almost all its food on the street; it is, nevertheless, the city’s fourth-largest soup kitchen. Since 1980, good Not Bombs has sustained abuse by riot police and suffered over a thousand arrests for refusal to obtain food-service permits. The national media reported extensively on the arrests, and the group now has active chapters in over 40 cities across the United States. Established in 1971 and a bit more staid in its approach, !he San Francisco Tenants Union organizes legislative campaigns to win stronger tent control laws and counsels tenants on their legal rights from an almost mansion-like Victorian home in the Mission District.
Both groups started squatting movements prior to HNJ, but both efforts failed. It took the catalyst of a Philadelphia homeless group, which called for nationwide takeovers on Thanksgiving 1992, to get the two San Francisco groups together and a long-lasting squatting movement established. Food Not Bombs had street smarts, extensive experience with local jails, and the courage needed for blazing new trails of civil disobedience through a thicket of real estate laws. The Tenants Union had an office, a database on vacant buildings, and lawyers who knew how to defend residents from the city’s harshest landlords.
Foresight on the part of a participant visited success on the group at its very first meeting. A total stranger produced a key to a vacant building nearby in the Tenderloin district. He had posed as a potential purchaser and fooled the real estate agents into lending him the key long enough to make a copy. So, while everyone else at the meeting watched a video about squatting in Philadelphia, Ted Gullickson from the Tenants Union and Keith McHenry from Food Not Bombs walked a few blocks and let themselves into the building at 90 Golden Gate. They hadn’t planned on squatting that night, but the surprise seemed auspicious and the building appropriate: it had two floors, showers, and was previously a homeless shelter.
After fetching the group, Gullickson and McHenry reconvened the meeting in the vacant building. They had just opened the first of hundreds of HNJ housing occupations. The 20 HNJ members who spent the first night soon grew to 30. Residents represented the diverse population of San Francisco, including Southeast Asian immigrants, gays and lesbians, three families, African Americans, and Vietnam War veterans. After moving in, the formerly homeless squatters pooled their food stamps, organized communal cooking, and worked long hours repairing the neglected building.
More than the building improved. “What most inspired me was the massive transformations in people,” said Gullickson. “They got jobs by being able to finally stabilize their lives. People who moved in with shopping carts full of stuff, who had to get in line for shelter and scrounge around for food and General Assistance, finally found a place where they could take a shower, cook their own meal, leave their belongings, and go out and apply for jobs.” The relatively long-term nature of the squat created a supportive atmosphere in which several members quit their substance abuse. A reporter from SF Weekly observed a scene in which E.T. Thomas, one of the squatters, announced that it had been five months since he last stuck a needle in his arm. “The room exploded in applause.”9
The first HNJ squat at 90 Golden Gate lasted longer than expected – about two months. But when the landlord heard of the squatters he took immediate action. Police evicted seventeen adults and two children on January 1, 1993. The building remains vacant to this day.
Bolt Cutters and Bicycles: The Art of Covert Squatting
Beginning with 90 Golden Gate, HNJ’s covert squatting campaign has provided the group with the majority of its buildings. Armed with bolt cutters and a list of addresses supplied by sympathizers, HNJ search teams break into vacant buildings on a weekly basis. They use bolt cutters on padlocks, tear plywood from windows with credit cards.
Surprisingly, members of HNJ search teams rarely see police officers, and only three members, including Gullickson and Benjamin, have ever been arrested. But other dangers lurk. “We got jumped by a bunch of thugs in the Tenderloin,” said one member who asked to remain anonymous. “We were trying to open the second floor of a building with an X-rated video parlor on the first floor. Our neighbors downstairs didn’t like that too much, an actually grabbed one of us and pinned him against the wall. It freaked me out pretty bad.”
For most, the positive aspects far outweigh the dangers of squatting. Eric, who at the time of his interview was expecting eviction from his run-down apartment any day, described his most satisfying search team. On a cold winter night, homeless people were sleeping in front of a boarded and padlocked building on South Van Ness and 18th Street. “We opened the building and housed three individuals instantaneously. It really touched me.”
San Francisco has a small squatting movement compared with cities such as New York, Philadelphia, London, Amsterdam, and Berlin. But, given its hostile housing situation, San Francisco squatters can make a claim to being some of the most dedicated. Unlike other cities that have large blocks of vacant houses due to depopulation or redlining, high-rent units surround most of San Francisco’s meager supply of single vacant buildings. This makes nervous neighbors and remodeling landlords much more common.
HNJ has organized at least one search team almost every week since 1992. On any given search, HNJ opens from one to a half-dozen buildings. Wooding estimates that in the past five years, over 250 search teams have opened between 700 and 800 buildings. If the building looks “squattable,” as some HNJ members say, they replace the landlord’s snapped padlock with their own or leave a window open, ready for any homeless person who might attend their next public meeting. From the weekly meeting, HNJ regulars then accompany the homeless person to the new squat, let them in, and provide repair, maintenance, and legal support during the months ahead.
HNJ has occupied hundreds of covert squats, most for under a month. But dozens have lasted between one month and a year; several have lasted over two years. From the beginning, the number of squatters in HNJ squats has never ,gypped below a half-dozen, and at times has reached almost 50, according to Gultickson. This is in addition to the five covert squats and a farm occupied by the Santa Cruz chapter in 1993.
The impact that HNJ has had on San Francisco squatting is much more significant than the numbers of current HNJ members would indicate. Many previously involved with HNJ met other squatters, formed support networks, and left !he organization to squat on their own. “We teach people how to use a crowbar to pop open a door, how to get in different kinds of windows, how to use a bread knife to flip the lock latch on a window, how to re-key locks. The number of people who have learned the skills has to be in the hundreds, if not over a thousand people,” said Jeremy Graham.
The overall number of San Francisco squatters at present, both affiliated and unaffiliated with HNJ, is impossible to know. By the nature of their endeavor, squatters attempt to remain hidden. But, if pushed, some squatters will venture a guess. Cristian, a 19-year-old punk who has squatted in Ohio, Southern California, Vancouver, and New Orleans, estimates 200 young punks were squatters in buildings in San Francisco in the summer of 1997, in addition to 200 non-punk squatters. Even more squatters reside in Oakland than San Francisco, he says, because of Oakland’s higher vacancy rate. Connie Morgenstern estimates there are about 20 to 30 “crash pads,” or short-term squats, in San Francisco that squatters rotate through on a regular basis, plus a few stable squats.
With the few exceptions of vacant buildings completely ignored by their landlords, frequent eviction is de rigueur for San Francisco squatting. “My experience in squatting was a lot of bouncing around, sometimes every few days,” said Graham, who now lives in a cramped apartment with other homeless advocates. “You would come home and find that security guards had kicked your bedding around and pawed through all your stuff. You had to wonder whether it would be there the next day.” More than once, guards busted in on Graham with guns drawn. “You don’t want to think about that every time you go home, but you would go back because it was a great squat.”
Although HNJ enjoys age and gender diversity, it is currently a largely white organization. In addition to HNJ squatters who appeared white, I met only one Native American, one African American, and one Argentinean during my seven weeks observing HNJ. Latinos, African Americans, and Native Americans sometimes squat with HNJ, but, according to HNJ members, homeless people of color usually prefer shelters or the outdoors, rather than squats. “African Americans have reluctance because of the police,” said Whirlwind, a Native American squatter. “They have the experience that cops beat them and ask questions later.”
Homes Not Jails has also had difficulty attracting non-white participants to public takeovers, where the risk of arrest is high and the immediate material benefits usually nonexistent. HNJ and other squatters have tried to form coalitions with non-white groups; but in most cases, non-white groups were generally uninterested in short-term rough squatting, with its risk of weekly eviction. This reflects the larger experience of urban squatting in the United States. Usually, longer-term poor people become interested when chances of success increase, when individual squats last long periods, as in New York City and Philadelphia, or when large movements gain permanent and legal rights to a building for a homeless shelter, as in Oakland. Otherwise, these groups have better options and no punk ascetic idealism that sees squatting as an esthetic in and of itself.
Homes Not Jails has had more success attracting non-white participants to its more stable squats. In its most long-standing squat, every resident was African American. HNJ squatted that building in the early ’90s, when neighborhood cops had a more relaxed attitude toward covert squats. According to Graham, the message from particular cops on the beat was, “We won’t act unless we get complaints from the property owners. We’re not really going to try and prosecute people for trying to house themselves.” This positive attitude from the police became clearest at HNJ’s fourth covert squat at 850 Hayes in 1993. An eyesore in the neighborhood, the landlord had long abandoned it to drug addicts and the deterioration of San Francisco’s saltwater fog and constant drizzle.
When HNJ squatted 850 Hayes, it held its first big workday, an urban barnraising with over a dozen volunteers. They fixed the stove, installed window frames donated by a local free medical clinic that had just remodeled, and painted both the interior and exterior. During this very public process, many of the neighbors met the HNJ members. “Some realized we were squatters, and some didn’t,” said Graham. “All of them were really happy that this vacant, ugly building was being repainted and would have windows instead of plywood.”
When the police finally arrived several weeks later, the squatters gave a tour of the house. The police remembered the former crack house and expressed shock to see people cooking dinner, watching television, and living a “normal life.” The pair of cops remarked on what a positive transformation the squatters had engineered.
Because the landlord had not yet complained, the police took a soft approach. According to Graham, they told him and the other squatters, “We have to see somebody leave. Then we don’t care what happens. If we get another call later on, we are not necessarily going to come back.” Two of the squatters took a few things and walked around the block. When they returned, the police were gone.
Eventually, the landlord discovered and confronted the HNJ squatters. He wanted to demolish the building to build condominiums. When he came for the eviction, Tenants Union lawyers met him in front of the house. They informed the landlord that the squatters had lived at 850 Hayes long enough to obtain tenant status. It was now a civil, not a criminal, matter; the police could not legally evict without a proper eviction proceeding in civil court. To create further obstacles for the out-maneuvered landlord, squatters filed complaints at the Planning Department, which ruled against a demolition. Stymied at every turn, the landlord left town.
When the landlord returned a year and a half later, however, somebody lit the building on fire. Luckily, the squatters put the fire out in time, and nobody was hurt. They suspected the landlord had committed arson, but had no proof. Then, late another night, a second fire was set while everyone slept. The squatters escaped unhurt again, but, by the time firefighters extinguished the flames, 850 Hayes was gutted beyond repair.
The squat at 850 Hayes provided over a dozen homeless people with free housing for about two years. It lasted because the police originally turned a blind eye. But as HNJ continued both its covert and public campaigns, the police administration developed a much clearer policy of intolerance. The police began immediately and forcibly to evict squatters and re-evict if the squatters returned. Shortly after the evictions of 90 Golden Gate and two other covert HNJ squats, Mayor Frank Jordan, a former police chief who sailed into office on a law-and-order platform, addressed HNJ for the first time:
We just cannot allow people to walk into any vacant building and just take it over as a homeless encampment. These are private buildings … and if the [owners] ask us to remove people, we try to do so. There are health hazards involved here. There are public safety issues if someone comes into a building and starts a fire.
Ironically, in the same January 4, 1993, speech, Jordan also apologized for not fulfilling his campaign promises to the homeless.10
Luckily, Jordan and the landlords could not keep track of all the vacant buildings. In the case of one building squatted by HNJ, neither the police nor the landlord discovered the squatters until five years after it had been taken over. HNJ had fiercely protected the anonymity of the building on Page Street because the length and continuity of the squat created the possibility of an adverse possession claim under California law (most states have a similar law). To get title, the squatters must “openly and notoriously” use and improve the property without consent of the landlord for five continuous years and must pay the property taxes left unpaid by the owner for those years. If the squatters meet all these conditions, they can file a deed on the property and own it free and clear.
After the November 1998 eviction of the squatters, Homes Not Jails filed as a nonprofit business and paid the $6,000 in property taxes owed to the city. On January 1, 1999, HNJ held a press conference claiming ownership of the building based on adverse possession and presented evidence of continuous occupation for over five years. Included in this evidence was a San Francisco Examiner article on one of the formerly homeless residents. Unaware that the Page Street building was a squat, the reporter portrayed a man who pulled himself out of poverty and off the streets to live in “legitimate” housing. Shortly after the January 1 press conference, San Francisco police arrested the Homes Not Jails spokespeople for felony conspiracy to trespass. Whether the squatters will actually gain title in their battle with the city and negligent owners is dependent on the vagaries of the legal system.
First Public Takeover: Sleazy Slumlord at 250 Taylor
For the first few months of its existence, HNJ squatted covertly. The group planned its first public takeover for Thanksgiving 1992. A 40-unit apartment building at 250 Taylor seemed perfect. The landlord, Robert Imhoff of Landmark Realty, owned San Francisco properties valued at $20 million. He had escaped prosecution for illegally evicting mostly low-income Filipino tenants from 250 Taylor in 1987 during a wave of gentrification. Many of the former tenants became homeless, and Imhoff then rented out all the units for high rates as luxury apartments. The evicted tenants won a case and settlements in civil court, but Imhoff declared bankruptcy, and the judge allowed him to keep and continue renting his properties.
In addition to the building’s caricature of a despicable landlord, HNJ chose 250 Taylor because the media would already be at the location. Every Thanksgiving, Glide Memorial Church serves thousands of homeless people a turkey dinner across the street from 250 Taylor. The bedraggled homeless form a line that stretches for blocks, and every year television cameras record interviews during the meal.
HNJ members expressed distaste for what they consider the media’s contrived image of homeless people on Thanksgiving and Christmas. Jeremy Graham explained HNJ’s perspective:
By having actions on Thanksgiving and Christmas, we hope to change the way people view the homeless. The image of homeless people one sees in the media on almost every other day is of people who deserve what they get, people who have only themselves to blame, people who are dirty, don’t take care of themselves, and use drugs. You can’t give them money because they’ll just waste it all. On Thanksgiving and Christmas, you see families and the deserving poor, pathetic, helpless, passive, and grateful for their bowl of soup or toys for the kids.
HNJ wanted to depict an alternate picture of homelessness that bridged the dichotomy. “What we’ve tried to project is an image of people denied the resources needed to take care of themselves,” said Graham, “people who are angry, competent, capable, and, if necessary, people willing to take extreme actions and be arrested and go to jail to get those resources.”
HNJ’s plan for 250 Taylor became its standard model for public takeovers. Members would secretly occupy the building the night before; then, on the advertised day of action, they would hold a public rally within walking distance of the squat. HNJ protesters would then march to the building and join the original occupiers inside. Banners would unfurl from the windows, and spokespeople would make statements to the media. Police would learn the site of the occupation only by following the march to its destination, at which point they would be too late to easily remove the barricaded occupiers.
On the night before Thanksgiving, HNJ activists converged on the Tenderloin according to plans. But reality rarely adheres to an ideal. “We were such amateurs, we overdid it,” said Ted Gullickson. “We brought about 20 people to break in, but it only took one person to peel the loose plywood off by hand.” HNJ positioned lookouts, connected by bike messengers two blocks away in every direction. Once inside the building, one of the HNJ members started to build a barricade. He did so much pounding with a hammer that somebody alerted the police. An officer bypassed the impressive barricade by simply entering through a side door and evicted everyone two hours before the rally.
Like HNJ, the police were new to housing takeovers: they left the building unprotected. So, the occupiers joined the 11 a.m. rally at City Hall and marched to the building with the whole group of protesters, which then numbered 75 people. In front of television cameras and hundreds of homeless people waiting in line for a free meal, the HNJ crowd once again tore plywood from windows and reoccupied 250 Taylor.
Cameras rolled, police chased the squatters up and down stairs, and HNJ spokespeople, leaning from windows bedecked by banners, used bullhorns to make demands to a mass audience for the first time. They wanted the San Francisco Board of Supervisors to take the building by eminent domain and transfer it to a nonprofit, affordable housing developer. It took only an hour for the police to find and re-evict everyone and make a couple of arrests. But that evening and the next day, several national television stations, including ABC, brought the event to millions of living rooms.
Public Takeovers: The Politics of Homeless Action
Since that first Thanksgiving in 1992, HNJ in San Francisco has organized 27 public takeovers, with a total of 242 arrests. The Boston chapter has organized four public takeovers in the two years since its beginning on Thanksgiving 1995, with 25 arrests. Each of these public takeovers costs municipal authorities large sums of money. On Thanksgiving 1993, a small group of about 60 people gathered in front of San Francisco City Hall, then peacefully marched to 250 Taylor. Two police vans, seven motorcycles, nine squad cars, and 53 visible police officers followed and made only four arrests. Over the next few years, the District Attorney spent nearly $100,000 on a failed attempt to prosecute the arrestees. The cost of controlling, jailing, and prosecuting HNJ members may seem a ridiculous waste of money on the part of authorities, who could have bought dozens of affordable housing units for the same price and possibly appeased HNJ activists in the process. However, if authorities overtly reward those who organize public takeovers, they may very well encourage more illegal action by others. Thus a classic government strategy in coopting movements is to make seemingly unrelated concessions to groups with the same base of support as the action group. These concealed concessions partially ameliorate the complaints causing the action, but provide less of an incentive for further protests. This point is further illustrated in this chapter and by many other cases in this book.
The arrests of the HNJ activists led to a court appearance. When brought to court, HNJ attempts a variety of legal defenses. The defense of necessity, for example, is intended to protect from burglary charges the defendant who breaks into a burning building to save a baby. Homeless activists have occasionally been allowed to use the defense of necessity in squatting trials by pointing to the number of homeless deaths. To save the lives of homeless people, one must value the necessity of breaking into a building to squat over the technical understanding of property law. In San Francisco, HNJ attorneys have prepared extensively for the necessity defense, including expert witnesses to testify to San Francisco’s acute affordable housing shortage, the health and safety dangers that accompany homelessness, and the inadequate public provision of homeless services. The defense of necessity has worked best in San Francisco when utilized by actual homeless people, not housed homeless activists.
Other legal defenses apply to specific types of owners, like federal or state governments. In addition to vacant properties owned by negligent or rent-racking private landlords, HNJ targets vacant government property. In the case of stateowned property, HNJ can sometimes legally defend itself with California state law SB-120. This law makes any vacant property owned by the California Department of Transportation (Caltrans) subject to purchase for $1 by cities and municipalities who will use the property to benefit the homeless. HNJ has repeatedly occupied a vacant Caltrans building at 66 Berry Street to demand that the sale take place. The San Francisco Board of Supervisors subsequently passed a resolution urging the mayor to purchase the building. But Caltrans claims a legal technicality exempts the property, and successive mayors have failed to take even the first required step of requesting the purchase.
In the case of vacant federal building takeovers, Homes Not Jails cites the Stewart B. McKinney Homeless Assistance Act (1987). Title V of this littleknown law stipulates that all “surplus, excess, under-utilized, and unutilized” federal property be used to “assist the homeless.” The law says homeless use must take precedence over any other use. It specifies that vacant housing and other buildings can be provided to homeless people and nonprofit organizations through deeds or leases. To accommodate transfers, the law stipulates that each federal “landholding agency” must report to HUD any properties not being used. After a government agency makes notification, HUD determines the “suitability” of the building for homeless use and publishes available properties in the federal register. Homeless people or groups can then apply for deeds, leases, or “interim use permits.”
Federal agencies, however, have adopted a self-serving and narrow interpretation of the McKinney Act. Those few that bother to report to HUD tend to do so incompletely. If they report anything, they typically report some remote vacant lot or unusable property. HUD lists only two available properties in all of San Francisco, one a remote “toxic waste” site at Hunters Point and the other designated a “landslide area.”
Within the first year of the McKinney Act, the National Law Center on Homelessness and Poverty sued the federal government. One year later, in 1988, a federal judge in Washington, D.C., ruled that the government was violating McKinney and issued a nationwide injunction to begin its implementation. The government failed to do so, and other federal courts made similar rulings in 1989, twice in 1991, and in 1993.
Starting on President’s Day in 1993, HNJ repeatedly squatted one unreported vacant building owned by the federal government at 1211 Polk Street. The government had seized it in a case that involved charges of tax fraud, racketeering, methamphetamine production, and the filming of child pornography. After its seizure, the building stood vacant for four years.
HNJ members occupied the building and barricaded doors and windows on June 13, 1993. Homeless street youth who frequently camped in front of the building joined the occupation. While the San Francisco Police Department (SFPD) waited for reinforcements, HNJ arranged an impromptu meeting with the federal marshal who had responsibility for the building. The activists proposed to the marshal that homeless people use sweat equity to create affordable housing at the building.
To the surprise of both squatters and the SFPD, the marshal agreed to stall any eviction while he forwarded the proposal to his superiors. He told the SFPD that the building was federal property under federal jurisdiction, and that the SFPD would have to leave the squatters alone. The thoughtful marshal gave his card to the squatters and asked that HNJ call him if the SFPD returned. Twice during the takeover the SFPD surrounded and tried to storm the building. Twice HNJ kept them at bay with hastily reinforced barricades long enough to alert the marshal.
Midway through the takeover, HNJ realized that many of the homeless kids survived by prostitution. Sarah Menafee, a member of HNJ, told the San Francisco Bay Guardian that it would be divine justice if a building once used for child pornography could be transformed into a home for teenagers who have been “doing what they had to do” to survive on the street. The children’s stories and pictures were published in the media and increased public attention and sympathy. Practically every day, at least one member of the media arrived to snap photos or write stories.
Meanwhile the federal government and the mayor’s Office of Housing took an open attitude toward the occupation. Federal attorneys jetted in from Nevada and negotiated directly with a Homes Not Jails team composed of homeless people and political activists. After much discussion, the federal government and activists came to an agreement. The government offered to sell the building to the city for far less than market value. It asked only $77,000, the amount equal to various liens on the building. It would then require about $210,000 worth of repairs to bring it into use as a homeless shelter. Ted Dienstfry, the director of the Mayor’s Office of Housing, personally inspected the inside of the building, certified its habitability, and verified that purchase of the property would be a “prudent use of public funds.”11 Everybody anticipated that the city would agree to buy the place; Mayor Jordan had only to write a letter of intent.
Earlier in the process, Mayor Jordan had stopped by the building in his chauffeured town car. In what may have been a tragic misstep of hubris, young squatters leaned out the windows and heckled this key player in the negotiations. Whether or not this had an effect, it illustrates the uneasy relationship between HNJ and the mayor. Contrary to the inclination of both the federal government and his own Office of Housing, on July 4, Mayor Jordan refused to purchase the building and the deal fell apart. Federal officials refused to lend the building directly to a nonprofit homeless advocacy group because, according to them, the McKinney Act did not apply in the case of 1211 Polk. It was a seized asset, rather than a property formerly used for federal purposes. At 6:30 a.m. on Sunday, July 11, the 27th day of the takeover, 36 federal marshals and San Francisco police evicted 12 residents and arrested two. The government eventually dropped all charges, probably to avoid facing the McKinney Act in court.
Over the next two years, HNJ attempted to retake the building seven times, but on each occasion the SFPD made quick arrests. Without benefit of an auction or open sale process, the federal government sold the property for $300,000 to a real estate developer in 1995. The developer flipped the investment on the same day and sold it for $340,000.
Wrestling the Big Boys and Winning: Homes Not Jails and Religious Witness vs. the U.S. Army
In 1989, the United States Congress passed the federal Base Conversion Act, which closed the Presidio Army Base in San Francisco and other military bases across the country. On the Presidio is Wherry Housing, originally 524 units of modern family housing used for enlisted personnel. Most of the units have hardwood floors and a “million dollar view of the Golden Gate Bridge,” according to one columnist. An independent inspector valued the housing alone, not including the land, at $80 million.12
Homes Not Jails wanted to turn the Wherry complex into affordable housing for homeless people. HNJ members allied themselves with a group called Religious Witness with Homeless People. Led by Sister Bernice Galvin, a Catholic nun, Religious Witness includes leaders in its organizing structure from the Jewish, Buddhist, Native American, pagan, and Muslim communities.
But despite many people’s desire to see the Wherry complex turned into affordable housing, President Bill Clinton appointed a board to decide the details without sufficient public input. Called the Presidio Trust, the board was filled with corporate luminaries who quickly slated the 524 units for demolition. In support of demolition were neighbors and developers who saw the proposed affordable housing as a potential source of crime. Likewise in support of demolition, the National Park Service considered affordable housing as being inconsistent with its mission to protect nature, conserve historic buildings, and provide large open parks for the public. Demolishing the Wherry complex would increase green space, they said. Yet the Park Service saw no contradiction in renting 900 units of officer housing on the base at market rates, from $1,500 to $4,000 monthly. Not only would the demolition of Wherry lose potential rental revenue for the Park Service, it would cost taxpayers $16 million. According to the National Park Service’s own estimates, it would cost only $2 to $3 million to make the $80 million complex habitable.
According to Ted Gullickson, the Presidio Trust and the National Park Service violated the McKinney Act by failing to register the vacant Wherry complex with HUD. When military base closures began in 1989, amendments to the McKinney Act clarified that the law applies to base closures. Early in 1995, some of the Presidio housing was listed as available under McKinney, but the government quickly retracted it, calling the listing a “mistake.”13
Once the National Park Service and Presidio Trust took control of the land, they demolished 58 of the 524 units. To protest the demolition, Religious Witness and Homes Not Jails occupied vacant buildings at the Presidio 11 times, with a total of 352 arrests. These actions put a media spotlight on the demolition plans and, after several years of repeated occupation, rallied the San Francisco public. Several environmental groups spoke in support of using the Wherry complex as affordable housing, and, by 1997, 250 organizations and 2,000 individuals had endorsed the Religious Witness campaign, including prominent local, national, and international religious figures. The San Francisco Board of Supervisors unanimously passed a resolution to preserve Wherry Housing, and Mayor Brown drafted several affordable housing plans for the Wherry complex.
With rising public pressure facilitated by Religious Witness and Homes Not Jails, the campaign to save Wherry Housing succeeded. Religious Witness set the keystone to success when it proposed a ballot measure to keep Wherry Housing and develop affordable housing at the Presidio. If the Presidio failed to follow the ballot measure, it would lose all city services, including trash collection, water, and street cleaning. The Presidio Trust finally relented in May 1998, when it became evident that the proposition to save Wherry Housing would pass, as indeed it did by 10,000 votes. The Presidio Trust promised to incorporate affordable housing into its master plan, repair Wherry Housing, rent it at market rates, and forego demolition for at least 30 years.
The Presidio Trust decision set a precedent as the first time that affordable housing would be included within the confines of a U.S. national park. In a city with as low a vacancy rate as San Francisco, saving 466 units from demolition was a significant success for Homes Not Jails, Religious Witness, and affordable housing advocates nationwide.
Quiet Victories: The Secret Success of Homes Not Jails
Since the late ’80s, squatting groups across the United States have achieved spectacular victories. Dignity Housing West in Oakland staged public takeovers and gained funding to turn a vacant federal building into a homeless service center. Operation Homestead in Seattle used public takeovers to turn 400 vacant units into affordable housing. ACT-UP Philadelphia squatted and gained title to a vacant hospital, which it turned into an AIDS hospice. The Association of Community Organizations for Reform Now (ACORN) in New York gained title to several buildings through squatting.
With the exception of Wherry Housing, HNJ has claimed quieter victories. The group has not yet won title to any of its squatted housing. After almost 20 public takeovers and an equal number of public evictions in five years, the members continue a seemingly Sisyphean task of takeover, eviction, takeover, eviction. But Sisyphus has our sympathies, and HNJ our attention. In a masterful adaptation of Gandhian strategy, HNJ manages to squeeze moral success from each tactical defeat. Media venues regularly bring the ugly evictions of HNJ into the chic living rooms of otherwise comfortable voters, and politicians like Mayor Brown have begun to recognize the need for more affordable housing. On a purely cultural level, HNJ has succeeded through hundreds of television and newspaper stories in establishing a more empowering and accurate perception of the homeless.
Factors particular to San Francisco have frustrated the concrete success of acquiring a title deed by these squatters, among the most dedicated and active in the United States. Much higher vacancy rates in Seattle, New York, Philadelphia, and Oakland make it politically and economically easier for local and federal governments to acquiesce to activist demands for a title deed. The Bay Area’s low vacancy rate and high cost of real estate make it more difficult both for covert squatting and for local and federal government donations of housing following a public takeover. During occupations of the HUD house and the Presidio in San Francisco, the federal government made this explicitly clear.
Housing activists in areas with tight housing markets, like San Francisco, face a more daunting task than in other places, but that greater difficulty makes their mandate particularly critical for homeless politics nationally. “The fact that you can squat in San Francisco at all,” says Wooding, “means that squatting can be a remarkably powerful tool in most other places.” If HNJ San Francisco can convince the federal government to change its rules, whether against the use of national parks for affordable housing or against a cap on HUD spending for a single affordable housing unit, that can set a precedent for the nation.
Even though HNJ has not yet won the war, it has won quite a few battles. Although the city government of San Francisco reneged on its promise to fund an HNJ pilot project, it has devoted more funding to homeless and housing services than it would have if HNJ had not raised public awareness and outrage by maintaining the intensity and frequency of its demonstrations and gaining national media attention.14 Proposition A, a $100 million city bond measure for affordable housing, passed in 1996 with guidance from a coalition of affordable housing providers. But without five years of agitation by Homes Not Jails and other lowerprofile housing groups, the sense of crisis that propelled Proposition A to passage would not have existed.
“Through educating people about the connection between the housing crisis and homelessness,” said Gullickson, “we have definitely added to the overall atmosphere that the city needs to do more for affordable housing.” Besides an occasional statistical study or quote from this or that nonprofit affordable housing provider, doubtless lacking in drama to television audiences, HNJ and Religious Witness are the only groups that have successfully created a hook, through arrests and militant demonstrations, on which the mass media can hang the issue of affordable housing. Only with this mass media attention did city voters in 1996 perceive a $100 million need for more affordable housing and, in 1998, vote to save Wherry Housing.
Although HNJ has not yet gained legal title to any property, it has still managed to provide a significant amount of long-term affordable housing to people who usually choose between the cold streets and impersonal, regimented homeless shelters. Since 1992, covert squats organized by HNJ have successfully housed thousands of homeless people in hundreds of buildings. Drugs, violence, and undemocratic decision-making have checkered some of these successes, but HNJ serves an important function by acting as arbitrator and by modeling the principles of nonviolence, sobriety, and the consensus process in the homeless community. HNJ also does a service to the broader community by creating a fair structure of dispute resolution to which homeless communities living on the streets, in parks, or in non-HNJ squats would otherwise have no access.
In retaining contact with drug-addicted squatters, HNJ provides compassion to a population that carries one of the worst of social stigmas. Said Chance Martin, a former HNJ squatter, “Substance abuse makes for some hairy times, but I finally got to the point where I had to say, if somebody sticks a needle in their arm, does that mean they have to live on the streets?” HNJ has attempted to create self-managed communities by entrusting homeless people with responsibility under the worst conditions. That trust has helped teach the responsibility and social skills needed to escape the forest of individual failures for a path of goals, work, and achievement, whether through political organizing or parting from HNJ and beginning a new life. “It takes people with a real commitment and vision to make a cooperative community work under adverse circumstances,” said Jeremy Graham, “and HNJ has been very fortunate in the vast majority of our participants.”
HNJ Boston has only existed since 1995, with a six-month hiatus due to a hurricane warning that sunk one occupation, but the group has weathered the storm and has a sunny optimism for future action. If it continues its rapid rate of public takeovers, which have increased community and media connections, it can expect its political power in Boston to grow in much the same way as in San Francisco. With a smaller vacancy rate, HNJ Boston can expect covert successes to match or exceed San Francisco’s early covert squats; with lower real estate values, it could even gain legal title to a building sooner than its West Coast parent.
Homes Not Jails aims to set precedents, and it continues to attempt this at a courtroom level. Unfortunately, after Homes Not Jails and Religious Witness endured 483 arrests in Boston, San Francisco, and Santa Cruz, only one charge has gone to court. Caltrans and federal prosecutors have steadfastly declined to prosecute squatter defendants to avoid the embarrassing attention a trial would draw to SB-120 and the McKinney Act, or to the necessity defense, if it were allowed by an activist judge. The failure of the District Attorneys to prosecute raises questions as to the legality of the 483 arrests. Clearly much electoral and lobbying work needs to be done to strengthen enforcement of the McKinney Act and similar legislation.
Many tasks lay ahead. Rome was not built in a day, and neither will the legal victories and public opinion needed for practical answers to the problem of homelessness. “We had this naive attitude that people would just be supportive of what we were doing,” said Graham. “If people were supportive, the politicians would have to endorse it, and that would put enough pressure on the building owners to negotiate a deal.” Housing the homeless proved not so simple. But if public opinion flags and government funding thins at times, worse would befall society at a more rapid rate without groups like Homes Not Jails. Homes Not Jails has expanded media coverage of the need for affordable housing, provided tens of thousands of nights of squatted housing for homeless people, and helped save 466 units of beautiful housing at the Presidio. Like other squatter groups in the United States, Homes Not Jails provides a model of community action that works.
Footnotes
Chapter 1: Homes Not Jails
1. Freemantle, Tony. “Hoping to Be Home Free: Urban Guerrillas `Liberate’ Abandoned Housing for Use by The Homeless.” Houston Chronicle, 4/4/93, p. 22A.
2. Freemantle
3. Graham, Jeremy. Interview with the author. San Francisco. 4/9/97.
4. Boston Emergency Shelter Commission. City of Boston Homeless Census 1996 1997.
5. Homes Not Jails, Boston. press release, 5/10/97, p. 2.
6. All quotes from HNJ members in this chapter are from interviews the author con ducted in San Francisco on the following dates:
Anonymous: 4/22/97
Cristian: 4/10/97
Whirlwind Dreamer: 4/21/97 Eric: 4/14/97
Jeremy Graham: 4/9/97
Ted Gullickson: 4/14/97 and 7/21/97 Chance Martin: 4/9/97
Connie Morganstern: 4/11/97 Mara Raider: 4/22/97
Miguel Wooding: 7/27/97
7. Voltaire, Philip Stanhope, Earl of Chesterfield, and Tryon Edwards. Cited in Adams, Franklin Pierce, ed. FPA Book of Quotations. New York: Funk and Wagnalls, 1952, p. 171.
8. Spence, Jan. “Homes Not Jails Takes Over a Long-Neglected House.” Street Spirit, Oct. 1995, p. 2.
9. Cothran, George. “Homes Not Jails: Squatters’ Group Gets Off Ground.” SF Weekly, 1212/92, p. 6.
10. Dietz, David. “S.F. Mayor Says the Homeless Can’t Occupy Empty Buildings.” San Francisco Chronicle (East Bay Edition), 1/5/93, p. A14.
11. “Squatter Takeover of Ben Hur Building Prompts City to Consider Use of Site for Housing.” Polk Street Express, Jul. 1993, p. 1.
12. Galvin, Sister Bernie, Congregation of Divine Providence. “Position Paper on the Presidio Wherry Housing: Correspondence to Members of the Presidio Trust.” San Francisco: Religious Witness with Homeless People, 7/25/97.
13. Hinkle, Warren. Independent (San Francisco). 1996.
14. In addition to the national media attention already mentioned, HNJ has gotten coverage in the New York Times, 11/28/97, p. A18.
Posted Feb 1 2010 – 9:09pm by LongIslandFNB
http://www.lifnb.com/article/homes_not_jails_squatting_movement_house_homeless